Ένα από τα θέματα των ημερών, είναι το “ξεκόλλημα” της μεγάλης επένδυσης στο Ελληνικό, στην έκταση του παλιού αεροδρομίου. Ας ξεκινήσουμε από την ακόμα μία τεράστια στροφή του κυβερνώντος κόμματος. Η επένδυση στην περιοχή, αποτέλεσε μια από τις αντιπολιτευτικές του αιχμές και τροφοδότησε τις καριέρες και τις καμπάνιες πλείστων στελεχών. Μπορούμε να θυμηθούμε τις “αγωνιστικές κινητοποιήσεις” τόσο του πρώην Δημάρχου της περιοχής, όσο και της νυν Περιφερειάρχη Αττικής κας Δούρου, που χαρακτήριζε την επιχειρούμενη επένδυση ως περιβαλλοντικό έγκλημα και διαβεβαίωνε πως “δεν θα περάσει”. Έκτοτε, και αφού κέρδισε τελικά τις εκλογές μαζί με άλλες υποσχέσεις που στην πορεία ξεχάστηκαν, στην ουσία αγνοείται η τύχη της.

Μαζί με τη ριζική αλλαγή πλεύσης και σε άλλα πεδία, όπως για παράδειγμα στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και στις Σκουριές, το παλιό μήνυμα του ΣΥΡΙΖΑ έμεινε να το υπενθυμίζει, σαν “ηχώ”, ο κ. Λαφαζάνης και οι συν αυτώ, εξαπολύοντας σκληρές κατηγορίες κατά των έως χθες συντρόφων τους, ορισμένοι εκ των οποίων υπογράφουν με πόνο ψυχής. Το πε άλλωστε και ο κ. Σπίγκελ με τον τρόπο του, αναρωτώμενος, “τι συνέβη με τον κ. Τσίπρα και τι του κάνανε”. Καλωσήρθατε στην πραγματικότητα, κύριοι της Κυβέρνησης. Το θέμα είναι βέβαια γιατί έπρεπε να περάσει τόσος καιρός -η σύμβαση με την εταιρεία έχει υπογραφεί ήδη από το Νοέμβριο του 2011- προκειμένου να έχουμε μια τέτοια εξέλιξη. Ποιος θα υπολογίσει το κόστος της καθυστέρησης; Έπρεπε αλήθεια να περάσουν όλοι αυτοί οι μήνες, να χαθεί τόση ενέργεια, για να έρθουν σήμερα και να παριστάνουν τους “ανανήψαντες”; Ο κ. Πιτσιόρλας εξάλλου ήταν ξεκάθαρος. Όσο και να τροποποιήθηκε μερικώς η συμφωνία, στην ουσία της είναι η ίδια, η παλιά.

Ας θυμηθούμε ακόμα πως το αεροδρόμιο σταμάτησε τη λειτουργία του το Μάρτιο του 2001! Έκτοτε και με την παρένθεση της μερικής χρήσης του στους Ολυμπιακούς του 2004, με τρόπο πρόχειρο και περιστασιακό, αποτελεί μια αχανή “τρύπα” στη μέση του πολεοδομικού ιστού, ένα “νεκροταφείο” αναμνήσεων αλλά και ρημαγμένων εγκαταστάσεων, ένα περιστασιακό καταφύγιο άναρχων δραστηριοτήτων. Το χαρακτηρισμένο και ως “καλύτερο οικόπεδο της Μεσογείου” σε πλήρη εγκατάλειψη, με τα πρώην πολυτελή ολυμπιακά γήπεδα να στέκουν ειρωνικά, θυμίζοντας στους πτωχευμένους πως πρόσφατα κιόλας υπήρξαν νεόπλουτοι. Η ερημιά αυτή, η απουσία του κράτους που ως συνήθως έδωσε την ευκαιρία σε διάφορους παρασιτούντες να την καρπωθούν (αλήθεια είναι πως στο χώρο φιλοξενούνται και χρήσιμες δραστηριότητες “προσωρινά”, για τις οποίες η πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει), θα έπρεπε να είναι αρκετή για να κινητοποιήσει την κοινωνία των πολιτών, να πιέσει προς μια διέξοδο.

Ένα στίγμα που συνοδεύει και τη μη αξιοποίηση όλης αυτής της υποδομής που αναπτύχθηκε προκειμένου η χώρα να διοργανώσει τους εξαιρετικούς εκείνους αγώνες του 2004. Του κατά τ’ άλλα “μαγικού” καλοκαιριού της Ελλάδας, όταν για λίγο νομίσαμε πως είχαμε οριστικά εισέλθει στον επόμενο αιώνα. Όταν όλα έμοιαζαν καινούρια και λαμπερά, όταν οι υποδομές μας θύμιζαν κάτι από “Εσπερία” και ιδίως όταν η κοινωνία, συνεπαρμένη από ένα “ανώτερο όραμα” που τελικά πίστεψε, συντονίστηκε στον κοινό σκοπό και έβγαλε τον καλύτερό της εαυτό στη φιλοξενία και διοργάνωση των Αγώνων. Και αναφέρομαι φυσικά στο θαυμαστό εθελοντικό κίνημα, που μαζί με όλη αυτή την πλανερή (λόγω προσωρινότητας) εικόνα, “εξαερώθηκε” αμέσως μετά. Πόσο μακρινή μας φαίνεται πια αυτή η εποχή. Πόσο πικρή.

Και δεν αναφέρομαι στην (καλώς ή κακώς) εμπεδωμένη άποψη πως οι Αγώνες αποτέλεσαν μια “ακριβή γιορτή” που δεν ήταν για τα μέτρα μας. Δεν αναφέρομαι σε τυχόν σπατάλες. Άλλωστε τα επίσημα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν το “μύθο”. Ιδίως αν αναλογιστούμε τι έχανε η χώρα ετησίως από το όργιο σπατάλης πχ στα φάρμακα (κι εκεί, τις όποιες “μνημονιακές” παρεμβάσεις εξισορρόπησης, πάλι κατήγγειλαν οι τωρινοί, χωρίς να υπερψηφίζουν καμία, μόνο και μόνο για να ψηφίζουν τώρα τον κόφτη) ή από φουσκωμένες αμυντικές δαπάνες. Αναφέρομαι στη χαμένη ευκαιρία για τον τόπο. Το χαμένο momentum.

Όταν όλα τα φώτα ήταν πάνω μας, όταν ο διεθνής τύπος, πάλι μετά από μακρά περίοδο αμφισβητήσεων, αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη, όταν η λιτά υπερβατική τελετή του εξαίρετου κ. Παπαϊωάννου ανατροφοδότησε το ίδιο το νόημα των Αγώνων κι έδωσε ένα ψήγμα αυτοσυνειδησίας στην κοινωνίας μας, εμείς μετά, σα να αδειάσαμε. Σα να κοιμηθήκαμε και να επιστρέψαμε στις “βαλκανικές” μας συνήθειες, κάπου μεταξύ “Μπαϊρακτάρη” και “Γιουροβίζιον”. Για τις προφανείς πολιτικές προεκτάσεις, χρειάζεται εκτενής αναφορά. Ευθύνες υπάρχουν και στην έλλειψη σχεδιασμού για το “μετά” και στην ανύπαρκτη εφαρμογή των όποιων σχεδίων. Και μόνο η απουσία πολιτικής για τα θέματα αυτά, θα ήταν αρκετή σε μία άλλη, συνειδητή κοινωνία, να ανεβοκατεβάζει Κυβερνήσεις. Εδώ, απλά περιοριστήκαμε σε μια υπόκωφη γκρίνια, έως ότου το θέμα ξεχάστηκε. Η αχλή των Αγώνων πέρασε κι έμειναν τα ερείπια και τα DVD να μας θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία.

Άλλες χώρες το χειρίστηκαν αλλιώς. Τρανό παράδειγμα η Βαρκελώνη, που αναμόρφωσε ολόκληρες συνοικίες και έγινε διεθνές υπόδειγμα σύγχρονων οικιστικών αναπλάσεων, με συνέπειες σε όλους τους τομείς της ζωής. Τελικά στην ίδια την αναβάθμιση της ποιότητάς της. Σε αυτό το πλαίσιο ήταν ενταγμένη και η αξιοποίηση του πρώην αεροδρομίου. Η αναγκαία μετεγκατάσταση σε σύγχρονες υποδομές, άφησε την έκταση των 7.000 στρεμμάτων αναξιοποίητη. Σε μια πνιγμένη και άναρχα δομημένη πόλη, ένα “ξαφνικό” άπλετου ελεύθερου χώρου, έφερε αμηχανία και συγκρούσεις. Όλες οι παθογένειες της σκέψης και της συλλογικής μας συνύπαρξης βγήκαν στην επιφάνεια. Οι ουτοπικές μας απόψεις για τον τρόπο διαχείρισης των “κοινών”, η θεοποίηση των δυνατοτήτων του “παντοδύναμου κράτους” που δήθεν “γεννάει λεφτά” και “μπορεί” να διαχειρίζεται τεράστια έργα και εκτάσεις.

Αλήθεια είναι ότι σε ατέρμονες συζητήσεις δίχως επαφή με τη ζώσα πραγματικότητα, υπό την ιδεολογική ηγεμονία του κρατισμού, παρασύρθηκαν σοβαροί άνθρωποι και οργανώσεις. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ζυμώσεων και κάποιοι “αιρετικοί πρωτοπόροι”, για να γίνει κοινή παραδοχή πως “φαραωνικά όνειρα” για αξιοποίηση αποκλειστικά στη βάση ενός γιγαντιαίου πάρκου, πολλαπλάσιο σε έκταση πχ από το Cenral Park της Ν.Υόρκης, δεν είχαν έρεισμα. Ποιος θα το διαχειριζόταν, ποιον θα ωφελούσε, τι θα ανταπέδιδε στην ευρύτερη κοινωνία, ιδίως σε αυτή τη συγκυρία;

Τελικά και αφού η διαδικασία μέσω ΤΑΙΠΕΔ, με τόση καθυστέρηση, προχώρησε όπως προχώρησε, πρώτοι οι γύρω Δήμοι, μαζί με τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την προτεραιότητα της ανάπτυξης και τον τρόπο για την επίτευξή της, προσχώρησαν στη σύγχρονη θεώρηση του θέματος. Αντιλήφθηκαν τις προοπτικές μιας μελετημένης αξιοποίησης, που μπορεί να προσδώσει πολύπλευρα οφέλη στη χώρα. Δεν θα σταθώ στα μεγέθη, που από μόνα τους θα αρκούσαν για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία. Πρόκειται άλλωστε για τη μεγαλύτερη επένδυση εδώ και χρόνια στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας (μας περισσεύουν;), δισεκατομμύρια στην αγορά που θα επιστρέψουν ως δυνητικό εισόδημα για την κοινωνία αλλά και το κράτος μέσω ζεστού χρήματος από την επένδυση και ιδίως των φορολογικών εσόδων. σε βάθος χρόνου.

Το πλέον σημαντικό είναι η μοναδική δυνατότητα που δίνεται για έμπρακτη αποτύπωση ενός οραματικού στοιχείου. Σε μια “παρθένα περιοχή”, αδόμητη και άδεια, δίνεται η δυνατότητα να αναδείξουμε την Ελλάδα της επόμενης εποχής. Με υποδομές υπόδειγμα, με αισθητική αρτιότητα, με σεβασμό στο ανθρώπινο μέτρο και με παραχώρηση του ρόλου του πρωταγωνιστή στο φυσικό κάλλος της περιοχής. Ευκαιρία να εκπέμψουμε και πάλι το μήνυμα διεθνώς, ότι στη χώρα αυτή υπάρχει δημιουργία, υπάρχει διάθεση και φαντασία, υπάρχει πρόταση για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη συνύπαρξή μας με το περιβάλλον, μεταξύ μας, με το προϊόν του πολιτισμού μας. Και αυτό δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του επενδυτή, αλλά πρόκληση για το κράτος, την τοπική και ευρύτερη κοινωνία, να συνεργαστούν, να δουλέψουν, να κάνουν τη διαφορά. Ήταν αλήθεια, τόσο δύσκολο να το αντιληφθούν αυτό οι κυβερνώντες, που μέχρι χθες έφερναν εμπόδια; Και παρά τη στροφή, πώς μπορούν να πείσουν ότι μπορούν, όταν έχουν σταθεί τόσο εχθρικά σε κάθε λογική επένδυσης στον τόπο; Τα λόγια, ισορροπούν μόνο με πράξεις και ως προς αυτές, είμαστε δυστυχώς σε φάση…λουκέτων!

Λίγα χιλιόμετρα πιο εκεί, μια άλλη, μικρότερη σε έκταση αλλά πολύ σημαντική παρέμβαση, το Πάρκο Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου, έδωσε τον τόνο. Η Ελλάδα μπορεί να είναι παρούσα, μπορεί να κινητοποιεί δημιουργικές δυνάμεις. Το φυσικό της περιβάλλον ανέκαθεν παρείχε άφθονα ερείσματα και συνεχίζει να το κάνει. Είναι κρίμα κάποιοι να συνεχίζουν να επενδύουν στη μιζέρια, το διχασμό και τη μεμψιμοιρία και να μας ωθούν να βγάζουμε στην επιφάνεια ό,τι χειρότερο και ιδίως αυτά που μας χωρίζουν, αφήνοντας τις ευκαιρίες να περνούν. Σε αυτούς που επιμένουν να χωρίζουν το λαό, σε “εμάς και εκείνους” απαντάμε συλλογικά. Είναι η ώρα της επιλογής, για το ποιον κόσμο, ποια δυνητική πραγματικότητα επιλέγουμε. Την προσπάθεια, τη δημιουργικότητα και την προκοπή ή την αποστασιοποίηση, τη στείρα γκρίνια και την παραίτηση;

Προφανώς και το κείμενο είναι αφαιρετικό, δεν αγνοούνται οι θεσμικές παθογένειες και οι εύλογες ανησυχίες για τη διαφάνεια ή τις στοχεύσεις “επιτήδειων”. Επιτέλους όμως, ας δούμε και την ευρύτερη εικόνα. Με θεσμικό, δημοκρατικό έλεγχο και εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας, οφείλουμε να δώσουμε χώρο στη δημιουργική μας δύναμη να κάνει το “θαύμα” της. Δεν θα έρθει “μαγικά” η ανάπτυξη, δε θα φύγει με “ένα νόμο” η κρίση. Με τέτοια βήματα θα έρθει πιο κοντά η χώρα που θέλουμε και μόνο αν το πιστέψουμε. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, αργήσαμε πολύ και το πληρώσαμε. Τώρα που αποφασίσαμε, ας πάμε γρήγορα και σωστά, να δούμε πού θα μας πάει.

Δημοσιεύτηκε στο:

Capital.gr