Φαίνεται κάθε κατακαλόκαιρο, με αυτήν την Κυβέρνηση, θα ασχολούμαστε με κάποιο εκλογικό σενάριο. Είτε ως πραγματική κατάσταση, όπως πέρυσι τέτοιον καιρό με το δημοψήφισμα-ευτελισμό των θεσμών που οδήγησε, όπως πολλοί προέβλεπαν και σε σύντομη προσφυγή σε πραγματική κάλπη, είτε όπως φέτος με την παρελκυστική συζήτηση περί εκλογικού νόμου. Και είναι παρελκυστική η συζήτηση, ένα απλό προπέτασμα καπνού, είτε δεχτούμε τα όσα είπε ο σοβαρός κ. Κουτσούμπας, είτε απλά τα αναγνώσουμε από την ίδια την πραγματικότητα: Σε μια περίοδο συνεχών ηττών για την Κυβέρνηση, με τα λουκέτα να αρχίζουν να πέφτουν βροχή και με τις συνέπειες των πολιτικών της επιλογών να αρχίζουν πια, τόσους μήνες μετά, να γίνονται απτές στην τσέπη των πολιτών, στο σημείο δηλαδή που ο πόνος είναι αβάσταχτος και ασυγχώρητος, η Κυβέρνηση “σήκωσε” παλιά αγαπημένα της θέματα, για να δείξει ότι διατηρεί μια κάποια πρωτοβουλία κινήσεων. Ότι κάτι μπορεί να ανακινήσει, ότι έχει δυνητικές συμμαχίες και άσους στο μανίκι και δεν περιμένει παθητικά το νομοτελειακό της τέλος.

Μετά από συζήτηση μηνών λοιπόν και χωρίς στο μεταξύ να έχει ξεκαθαρίσει τη θέση της, κατέθεσε με τυμπανοκρουσίες έναν εκλογικό νόμο, που εκφράζει απόλυτα τη ρήση “ώδινεν όρος και έτεκεν μυν”. Να θυμίσουμε ότι στην αρχή της συζήτησης αυτής, όχι ένα τυχαίο στέλεχος του κόμματος ή της Κυβέρνησης, αλλά ο καθ’ ύλη αρμόδιος Υπουργός, ο εισηγητής του νομοσχεδίου κ. Κουρουμπλής, υποστήριξε αυθόρμητα και ειλικρινώς πως με την εισαγωγή της απλής αναλογική η χώρα θα είχε σοβαρό κίνδυνο να μείνει ακυβέρνητη. Η θέση του αυτή, δέχτηκε δέσμη πυρών, αφού ερχόταν σε αντίθεση με την πάγια θέση της Αριστεράς και τελικά η Κυβέρνηση, σταθμίζοντας την κατάσταση άλλαξε άρδην θέση στο ζήτημα. Τι νόμο έφερε όμως; Κάποιον που μπορεί πράγματι να αποτελέσει τομή στα πολιτικά πράγματα; Που μπορεί να ανανεώσει την πολιτική ζωή, να αφήσει φρέσκο αέρα να εισέλθει;

Τόσα χρόνια έχει γίνει εξαντλητική συζήτηση για το εκλογικό σύστημα. Σε ποικίλα fora έχει τονιστεί η κεντρική του σημασία στην ίδια την ποιότητα τόσο του πολιτικού προσωπικού όσο και της ίδιας της δημοκρατίας μας. Πού έχει εστιαστεί η προσοχή όμως; Προφανώς και στην τεχνική της απονομής των εδρών, αφού έχει αποδειχθεί πως ένα bonus της τάξης των 50 εδρών (νόμος 3636/08, Υπουργός Παυλόπουλος) είναι πράγματι πρωτοφανές έως “σκανδαλώδες” όσον αφορά στην αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος και της ψήφου των πολιτών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται εκεί. Υπάρχουν παρεμβάσεις μείζονος σημασίας, όπως η επανεξέταση των εκλογικών περιφερειών, το εκλογικό-πολιτικό χρήμα (έλεγχος δαπανών κλπ), η προβολή στα ΜΜΕ, η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού και τόσα άλλα.

Από όλα αυτά, που θα μπορούσαν να δώσουν μια εικόνα κίνησης στα πράγματα, η Κυβέρνηση, στενά σταθμίζοντας το ίδιον όφελος, έφερε μόνο μια κατ’ επίφαση απλή αναλογική, μαζί με μια δήθεν “φιλολαϊκή-προοδευτική” πρόταση για ψήφο στα 17 (που στην ουσία, σημαίνει για πολλούς, ψήφο στα 16, όπως είναι διατυπωμένο). Για το τελευταίο, να πούμε μόνο πως αδικείται όπως και αυτό έρχεται στη συζήτηση, αποκομμένο και μετέωρο από το σύνολο της νομοθεσίας και της κρατικής πολιτικής. Γιατί δεν προκύπτει ως κατάληξη μιας συζήτησης ή ως εύλογο συμπέρασμα κάποιας εμπεριστατωμένης μελέτης, αλλά ως ακόμα ένα πυροτέχνημα, μια και η Κυβέρνηση πιστεύει πως η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα την ευνοεί εκλογικά.

Προφανώς και θα μπορούσε κανείς να είναι σύμφωνος με την ψήφο στα 17, ίσως και νωρίτερα, αφού πράγματι οι εξελίξεις έχουν καταστήσει τους νεότερους, μετόχους σε πλήθος συζητήσεων και οι ευκαιρίες για πνευματική ωρίμανση είναι περισσότερες, όχι όμως χωρίς ευρύτερο προβληματισμό. Γιατί και εδώ η Κυβέρνηση δεν είναι ειλικρινής. Και εδώ προσπαθεί να προβάλει μια εικόνα “ευκολίας” και δήθεν “παροχής”. Η ιδιότητα του πολίτη, κεντρική και καθοριστική για το πολίτευμα, είναι μια σύνθεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο πολίτης δικαιούται όσα το Σύνταγμα του επιφυλάσσει, αλλά έχει και τις υποχρεώσεις που αναλογούν σε αυτήν του την ευθύνη. Τις πλήρεις υποχρεώσεις του πολίτη (φορολογικές, δικαιοπρακτικές κλπ) ο νόμος τις απονέμει από τα 18 και πάνω. Αρχίζουμε λοιπόν μια συζήτηση για αλλαγή αυτής της θεμελιώδους πολιτικής; Θα μειωθεί η ενηλικότητα στα 17; Ή εισάγουμε μια αθέμιτη διάκριση μεταξύ των πολιτών σε αυτούς άνω των 18 που αποφασιζουν για τη διακυβέρνηση έχοντας όλες τις υποχρεώσεις του ενηλίκου (πχ έκδοση ΑΦΜ κλπ) και στους 17 ετών, που αποφασίζουν χωρίς το σύνολο των υποχρεώσεων;

Και βέβαια, θα ήταν παράλογο να κρίνει η Πολιτεία έναν πολίτη της 17 ετών ως ώριμο να αποφασίζει για την πορεία της χώρας, αλλά όχι πχ ώριμο να υπογράψει μια σύμβαση για λογαριασμό του ή να πάρει άδεια οδήγησης. Τέλος, η εισαγωγή της πολιτικής, με την κομματική έννοια, στα σχολεία, είναι εύλογο να προκαλεί προβληματισμούς. Ναι, φυσικά, η πολιτικοποίηση είναι αναγκαία και φαινόμενο υγείας, ο άκρατος όμως κομματισμός, ιδίως όπως εισήλθε πχ στην Ανώτατη Εκπαίδευση, δεν ωφέλησε καθόλου. Σκεφτείτε, παραμονές πχ πανελλαδικών, σε ένα μέσο ελληνικό σχολείο εκατοντάδων δυνητικών ψηφοφόρων (σε χώρο που αποτελεί εκλογικό κέντρο), ατμόσφαιρα, αφίσες, πολιτικολογία κλπ. Και σε όλο αυτό, “απεγνωσμένοι” δάσκαλοι να προσπαθούν να κρατήσουν τις ισορροπίες και να επιτελέσουν το καθήκον τους.

Τα ανωτέρω τίθενται ως προβληματισμοί και όχι ως “συντηρητικό φρένο”. Μια τέτοια αλλαγή, θα μπορούσε να είναι γόνιμη κι ωφέλιμη, αν όμως προερχόταν ως ένα ώριμο αίτημα, μια κατάληξη όλης της ανωτέρω ευρύτερης συζήτησης που δεν έγινε. Όχι ως προεκλογικό τερτίπι, μιας Κυβέρνησης τακτικισμών, που μπορεί να παίρνει ένα θεμιτό αίτημα και να το διαστρέφει, ακυρώνοντας την ουσία του. Άλλωστε και η ψήφος στα 18, ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως ένα ώριμο αίτημα από τα έντονα πολιτικοποιημένα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και των αγώνων τότε της νεολαίας σε κρίσιμα ζητήματα.

Για την απλή αναλογική, που είναι κεντρικό ζήτημα, δεν θα επεκταθώ πέρα από τη διαπίστωση πως, ειδικά τώρα, έρχεται σε αντίθεση με την ανάγκη κυβερνησιμότητας της χώρας. Ό,τι είπε και ο Υπουργός δηλαδή πριν τον “ευθυγραμμίσουν”. Και ναι μεν η χώρα χρειάζεται Κυβερνήσεις συνεργασίας, τέτοιες έχει και τώρα όμως. Με την απλή αναλογική, απλά σχεδόν καθίσταται μονόδρομος η συνεργασία των 2 πρώτων κομμάτων, που όσο κι αν έχει πολιτική λογική, ο θεσμικός “εξαναγκασμός” δημιουργεί ζητήματα δημοκρατίας. Η ενισχυμένη αναλογική φαντάζει σε αυτή τη συγκυρία ως εύλογη επιλογή, με ένα όμως “εξορθολογισμένο” bonus πχ 20 ή 30 εδρών. Kαι τότε θα υπάρξει ανάγκη συνεργασιών, όμως ο σχηματισμός Κυβέρνησης θα είναι ευχερέστερος πρακτικά. Από εκεί και μετά, όσοι αρνούνται να δουν πως η παρούσα Κυβερνητική πρόταση ουδόλως νοιάζεται για τη θεσμική αναβάθμιση και κινείται ιδιοτελώς και της τείνουν το χέρι, δήθεν μένοντας συνεπείς σε πάγιες θέσεις τους, εθελοτυφλούν. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η Κυβέρνηση αυτή “εκβίασε” στήριξη και μετά την εκμεταλλεύτηκε στυγνά (όπως πχ πέρυσι με τη στήριξη στην υπογραφή της Συμφωνίας που “αξιοποιήθηκε” μόνο για την αποποίηση της ευθύνης και την κατάληξη σε νέες εκλογές, που ξεκαθάρισαν το κυβερνητικό κόμμα). Κι επιτέλους ας ειπωθεί και κάποιος καλός λόγος για τη συνταγματική ρύθμιση (2001, Κυβέρνηση Σημίτη) που επέβαλε τις 200 ψήφους για άμεση ισχύ του νόμου. Το “παλιό” σύστημα, έκανε λάθη αλλά ενίοτε αξιοποίησε την εμπειρία του αυτοπεριοριζόμενο. Κι αυτά πρέπει να επισημαίνονται και να αποδίδονται.

Η Κυβέρνηση, δείχνει να σπαταλά μία προς μία όλες τις ευκαιρίες. Για το συγκεκριμένοι ζήτημα, είχε και καλύτερο timing πχ πέρυσι, όταν θα μπορούσε να φέρει καινοτόμες ρυθμίσεις και να τις περάσει με ευρεία πλειοψηφία. Αντί γι’ αυτό τηρεί και πάλι την πεπατημένη, δηλαδή φέρνει μια δόλια ρύθμιση, με ιδιοτελή σκοπό, την ώρα που βλέπει τη δημοφιλία της να κατακρημνίζεται. Όπως έστρωσαν, ας κοιμηθούν κι ας μη γυρεύουν δεκανίκια. Μέρες που είναι, στην επέτειο του δημοψηφίσματος-παρωδία που συνιστά μια από τις πλέον μαύρες σελίδες της Μεταπολίτευσης, οφείλουμε να είμαστε θεσμικά προσεκτικοί κι επιλεκτικά καχύποπτοι. Πέρυσι τέτοιες μέρες, η Κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, ποδοπάτησαν τους θεσμούς, τζογάροντας στις πλάτες του ελληνικού λαού και πυροδοτώντας το θυμικό του. Την ίδια του την περηφάνια. Γνωρίζοντας το ψευδεπίγραφο του διλήμματος, δίχασαν το λαό, δήθεν για να εκβιάσουν τους συνομιλητές τους, όταν τελικά το μόνο που κατάφεραν ήταν να περιέλθουν οι ίδιοι σε πλήρες αδιέξοδο. Και όταν, πολύ σύντομα, αυτό έγινε κατανοητό, πήγαν στα σκουπίδια τόσο το “πραξικοπηματικό” και από σουρεαλιστική ιλαροτραγωδία βγαλμένο Plan B που αποκαλύπτεται, όσο και οι ίδιοι οι θεσμοί αλλά και η ετυμηγορία του λαού, που άλλο ρωτήθηκε, σε άλλο απάντησε και τίποτα πρακτικά δεν αποφάσισε, όπως αποδείχτηκε.

Τα διδάγματα αυτής της περιόδου, συνδυαζόμενα με την τωρινή επικαιρότητα και άλλων χωρών (βλ. BREXIT και δικό τους δημοψήφισμα), έπρεπε να μας έχουν κάνει σοφότερους. Επιτέλους, με συνεχιζόμενα παιχνίδια με τους θεσμούς και τα νεύρα μας, η χώρα δεν θα βγει από το τέλμα. Χρειαζόμαστε σοβαρή συζήτηση, σοβαρή διακυβέρνηση. Τα δύσκολα, από τις συνέπειες των επιλογών τους, είναι ακόμα μπροστά. Ή θα δράσουμε τώρα, κοιτάζοντας την αλήθεια κατάματα, ή θα πιούμε όλο το ποτήρι και θα είναι ιδιαίτερα οδυνηρό. Γιατί, η Ιστορία και τα διλήμματά της δεν τελειώνουν ποτέ.

Δημοσιεύτηκε στο:

Capital.gr