Επέτειο έχουμε λοιπόν αυτές τις μέρες. Δύο χρόνια της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αυτού του πρωτότυπου, για πολλούς κραυγαλέου και ακατανόητου, κράματος κομμάτων. Άλλοι λοιπόν θα γιορτάσουν, ακόμα και σε δημόσια φιέστα (θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν γιατί, δείχνοντάς μας και την προσωπική τους κατάσταση, την πραγματική όχι τη φαντασιακή-ψυχολογική) και οι περισσότεροι, βάσει μετρήσεων, βυθίζονται σε δυσάρεστα συναισθήματα: από την οργή εξαπατημένων ή επιβεβαιωμένων, έως την απογοήτευση όσων ήλπισαν σε κάτι άλλο, “μαγικό” ενδεχομένως, την παραίτηση, την απελπισία για το μέλλον.

Από αυτά βέβαια τα συναισθήματα τίποτα θετικό δεν προμηνύεται για τον τόπο και το πολιτικό σκηνικό που θα ακολουθήσει. Όχι αν οι επιλογές της κοινωνίας προέλθουν βασισμένες σε αυτήν ακριβώς τη “μαυρίλα”. Άλλοι θα επιλέξουν, όπως τόσοι και τόσοι παραγωγικοί και ελπιδοφόρου συμπολίτες μας, τη “φυγή” σε μια άλλη “γη Χαναάν”, σε χώρες πιο φιλόξενες για το δικό τους ταλέντο, πιο εύφορες για τα όνειρα με τα οποία μεγάλωσαν και που μια μακρά περίοδος βελτιούμενων συνθηκών τους είχε πείσει πως είναι εφικτά.

Άλλοι πάλι, θα επιλέξουν με βάση την τιμωρητική διάθεση, ακόμα πιο ακραίες επιλογές. Αυτούς που τάζουν άλλες εύκολες λύσεις ή δεν ασχολούνται με τέτοια “ταπεινά”, όπως οι υπολογισμένες λύσεις, και απλώς τρέφουν το θυμικό τους: τιμωρία, περηφάνια, μεγαλείο, καταστάσεις φαντασιακές. Και τέλος, και είναι πολλοί, αυτοί που συνειδητά θα απέχουν, όντας πεισμένοι πως η άποψή τους δεν έχει ισχύ, νομίζοντας πως έτσι κάποιους τιμωρούν ή απλώς αδιαφορώντας. Στην ουσία, εκχωρώντας το δικό τους δικαίωμα λόγου και απόφασης σε κάποιους άλλους, στους οποίους δίνουν διπλή ισχύ.

Για την περίοδο αυτή, αν κανείς θελήσει να καταγράψει αναλυτικά το σύνολο των αντιφάσεων, των διαψεύσεων και των ανατροπών, θα έπρεπε να αφιερώσει αληθινή πραγματεία. Δεν είναι της στιγμής, ούτε του χώρου. Άλλωστε έχουν καταστεί πλέον συνείδηση, ακόμα και στους εναπομείναντες υποστηρικτές, οι οποίοι σπεύδουν βιαστικά -όταν εκτίθενται, αφού πλέον δεν είναι σύνηθες, δεν υπάρχει η παλιά προθυμία- να δικαιολογήσουν τις επιλογές, με τα ίδια λόγια και εκείνων που κάποτε κατακεραύνωναν. Και έχουν καταστεί συνείδηση, πέραν των οδυνηρών επιπτώσεων στην καθημερινότητα του καθένα –τώρα βιώνουν στο πετσί τους και οι ελεύθεροι επαγγελματίες ακριβώς τι σημαίνει παραλογισμός- και με έμμεσους αλλά εύληπτους τρόπους, όπως η σάτιρα. Το τι κυκλοφορεί τόσο καιρό, όσο και ιδίως τις μέρες αυτές, είναι χαρακτηριστικό. Μια σάτιρα που αυτή είναι η δουλειά της βέβαια (για να το θυμούνται κάποιοι κατά τ’ άλλα υπηρέτες της, που δοξάστηκαν απ’ αυτή αλλά κατέληξαν θλιβεροί χειροκροτητές, εισάγοντας την παγκόσμια καινοτομία της μη άσκησης κριτικής στους κατέχοντες την εξουσία. Το κατάλαβαν, αλλά είναι αργά). Για χρόνια ευνόησε τους τότε επελαύνοντες προς την εξουσία και τώρα, με τις πιρουέτες τους, τους απογυμνώνει από κάθε κύρος και σοβαρότητα και τους επιστρέφει σταδιακά από εκεί που ξεκίνησαν.

Δεν θα μείνουμε λοιπόν σε αυτά. Στις υποσχέσεις, με τόση φυσικότητα, τσαμπουκά και δήθεν άνεση, προς όλους. Στην υιοθέτηση κάθε αιτήματος, ακόμα και αν αυτό αναγόταν ευθέως στις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος. Ακόμα και αν σήμαινε την υπονόμευση της νέας γενιάς, της οικονομίας, της χώρας. Οτιδήποτε στηλιτεύτηκε για το παρελθόν, το ίδιο επαναλήφθηκε και μάλιστα σε χειρότερη εκδοχή. Οτιδήποτε ειπώθηκε ως υπόσχεση, όχι μόνο δεν τηρήθηκε αλλά έγινε πράξη το αντίθετό του, σε υπερθετικό μάλιστα βαθμό. Οτιδήποτε επιδιώχθηκε, απέτυχε στην υλοποίηση. Συνεχείς αναδιπλώσεις, ερασιτεχνισμοί, αστοχίες. Σε όλα τα επίπεδα. Και ύστερα, η πανάκεια της επικοινωνίας. Τι; Μαύρο λέτε; Μα όχι! Άσπρο είναι. Μαύρο το λένε οι…οχτροί μας, ο νεοφιλελευθερισμός, οι διαπλεκόμενοι, οι παλιοί. Τι; Έχουμε κι εμείς στις τάξεις μας “παλιούς”; Δεν έχει σημασία. Παλιοί είναι όσοι εμείς λέμε ότι είναι. Και τέλος πάντων, αν είναι με μας “καινουριώνουν”..

Από την επιβάρυνση λοιπόν της Οικονομίας με τόσα μέτρα, από το έντονο  φλερτ με την επάνοδο στο εθνικό νόμισμα που κόστισε τελικά στη χώρα (κεφαλαιακοί έλεγχοι, νέα ανακεφαλαιοποίηση-αφελληνισμός Τραπεζών, επάνοδος ύφεσης κλπ) και στο ΣΥΡΙΖΑ τα ιστορικά του στελέχη –ίσως και τη συνείδησή τους για κάποιους- από το στέγνωμα της αγοράς, τη διαχείριση του προσφυγικού (και ανθρωπιστικά, που τόσα ειπώθηκαν και διαπραγματευτικά και διαχειριστικά που τόσα ελέγχονται), τη θεσμική κρίση και υποβάθμιση, την ίδρυση περισσότερου κράτους και το διορισμό άφθονων “ημετέρων” ελεγχομένων προσόντων, δεν υπάρχει τομέας που να μπορεί να ισχυριστεί κανείς τεκμηριωμένα ότι η χώρα είδε πρόοδο. Αν εντοπιστούν παρεμβάσεις με το μικροσκόπιο, είναι απλά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω.

Για όσα είπε ο Πρωθυπουργός -και ο “άτεγκτος” συνεταίρος του που μόνο νεκρός θα συνεργαζόταν με όσους υπέγραψαν Μνημόνια κλπ- επί χρόνια, υπάρχουν αδιάψευστα ντοκουμέντα. Είναι ο ίδιος του ο εαυτός που τον καταδιώκει και δεν τον αφήνει σε ησυχία. Σε εκείνον, τον πιο νέο, τολμηρό και ορεξάτο, πρέπει να απαντάει πια. Πιο δύσθυμα. Πιο βαριεστημένα. Με τον κυνισμό της εξουσίας. Άλλους, πριν από αυτόν, τους “σταύρωσαν” πολιτικά για πολύ λιγότερα. Για μία μόνο υπόσχεση ή μία φράση με βαρύτητα. Με τόσα που έχουν ειπωθεί, τι θα “έπρεπε” να γίνει; Αλλά ίσως εκεί να κρύβεται η επιτυχία. Τόσα που έχουν λεχθεί, δεν μπορεί κανείς να επικεντρωθεί σε 1-2 ώστε να γίνουν σημαία. Χάνονται στα πολλά. Εντάξει, είναι ο ΕΝΦΙΑ, οι συντάξεις, ο μισθός, το αφορολόγητο. Αλλά και αυτά πολλά είναι.

Το σημαντικό, αυτό που εξωθεί την κοινωνία στην “αφασία” και την αδράνεια είναι το γενικότερο κλίμα. Και η συνήθεια που προκαλεί. Αρχίζει να συνηθίζεται ότι όλα μπορούν να γίνουν. Ότι κάθε μέρα (!) θα έχουμε κάποιο περιστατικό απλού παραλογισμού. Προφανούς αντίφασης πράξης με επίσημη ανακοίνωση. Νομοθέτηση πραγμάτων που δε στέκουν (ούτε στα δικαστήρια). Παράκαμψη των θεσμών, αλλά και του Συντάγματος, από εκείνους που πρώτοι οφείλουν να το προστατεύουν. Πράγματα που σε άλλες εποχές, μόνο ένα από αυτά, θα δημιουργούσε από συνθήκες παραίτησης Υπουργού, Γ.Γ., αξιωματούχου γενικά, έως μείζον κυβερνητικό θέμα, σήμερα περνάει “ξυστά”. Δεν αγγίζει τα ενδότερα της Κυβέρνησης, που νιώθει παραδόξως να έχει “δεμένο το γάιδαρό της”.

Η συνήθεια αυτή, μαζί με ό,τι έχει ονομαστεί “κοινωνία χαμηλών προσδοκιών”, ότι “τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, αυτή είναι η μοίρα μας, όλα ίδια είναι, οπότε ας καεί και το παλιάμπελο”, είναι το πλέον ανησυχητικό και η βασική κληρονομιά της περιόδου αυτής. Μαζί με την ενίσχυση του ανορθολογισμού, της κατανόησης της πραγματικότητας μέσα από ψεύτικα φίλτρα δήθεν ιδεολογίας, ψυχολογικών ανεπαρκειών και φαντασιώσεων. Και η συνεχιζόμενη πίστη (αυτό προϋπήρχε) πως δεν έχουν σημασία οι δεξιότητες, τα προσόντα. Αρκεί η σωστή “δικτύωση” για να φτάσεις οπουδήποτε. Μαζί με το στίγμα στην Αριστερά, που από πλευράς ήθους τουλάχιστον (διαχειριστικά μάλλον είναι κανόνας), της έπρεπε κάτι καλύτερο, η Κυβέρνηση οδηγείται μαθηματικά στην πλήρη απαξία. Παρασέρνει όμως συνέχεια και τη χώρα σε μια δυστοπία.

Και δεν είναι αυτή η “μοίρα” της. Δεν είναι αυτές οι δυνατότητές της. Σε λίγο δε θα υπάρχει χρόνος. Ας αφήσουν στην άκρη τις “γιορτές”, ας κάνουν κι οι ίδιοι στην άκρη και ας δούμε συλλογικά πώς θα προχωρήσουμε, χωρίς εθνικές τραγωδίες. Το να φύγουν (με αυτή τη μορφή) όσο αναγκαίο και να είναι, δεν αρκεί. Με συνειδητοποίηση των λαθών και ψευδαισθήσεων μας -να και κάτι χρήσιμο από τη 2ετία- γρήγορα να μαζέψουμε, όσοι πρόθυμοι, ό,τι προλαβαίνουμε. Σ’ ένα κόσμο αστάθειας, ίσως ακόμα και η σκληρή μας δουλειά πια, να μην αρκεί, για να φτάσουμε και πάλι στο σημείο να αισιοδοξούμε. Θέλει και τύχη πια. Που πηγαίνει όμως με τους τολμηρούς. Τους συνειδητοποιημένους και αποφασισμένους. Οφείλουμε να προχωρήσουμε και θα το κάνουμε όπως τόσες φορές.

Δημοσιεύτηκε στο:

Capital.gr