Kύριε διευθυντά
Η κυβέρνηση παραπαίει. Γρηγορότερα ίσως από ό,τι φαινόταν μέχρι προσφάτως, μα συμβαίνει. Η φετινή ΔΕΘ, τόπος αδυσώπητης σύγκρισης των δύο εκδοχών της Αριστεράς και του πρωθυπουργού, της ανάμνησης μιας επελαύνουσας αντιπολίτευσης των λόγων, σε αντίθεση με μια κατατροπωμένη κυβέρνηση των έργων, έγειρε τη ζυγαριά καταλυτικά. Ο καταλύτης, πέρα από τις εμφανίσεις των πολιτικών αρχηγών, ένας αστάθμητος παράγοντας. Αστάθμητος, για όσους βιάστηκαν. Aλλοι, πολιτικοί και επιστήμονες με γνώση αλλά και γειωμένοι στην πραγματικότητα, τα είχαν επισημάνει μήνες πριν. Οι τηλεοπτικές άδειες και η απόπειρα της κυβέρνησης να ελέγξει άγαρμπα το τοπίο.  Μια φαινομενική επικοινωνιακή επιτυχία γυρίζει «μπούμερανγκ» από τον ερασιτεχνισμό αλλά και την αλαζονεία που εκπέμπει ο σχεδιασμός της. Ακριβώς γιατί βασίστηκε στον αποκλειστικό στόχο κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας όλους αυτούς τους μήνες. Την επικοινωνία. Και γιατί, όσο και αν η προπαγάνδα έπιασε από νωρίς δουλειά, δεν κατόρθωσε να κρύψει τα πραγματικά κίνητρα της προσπάθειας. Τα αρχικά χαρακτηριστικά φάρσας, με το σκηνικό «Big Brother», προσφορά στο φιλοθέαμον κοινό, κατέληξαν σε μια όζουσα κατάσταση.  «Διαπλοκή» την έχουν πει και εναντίον αυτής ξιφουλκούσαν, ως άλλοι σταυροφόροι, οι νυν θιασώτες της. Αν και αυτό μένει να αποδειχθεί. Το πρόβλημα όμως στην πολιτική είναι πως ακόμα χειρότερη της αντικειμενικής κριτικής είναι η άποψη που εμπεδώνει για μια κατάσταση η κοινωνία. Και αυτό το ξέρουν οι νυν κυβερνώντες, μετρ της δημιουργίας «αφηγημάτων», ακόμα και πολύ απόμακρων της πραγματικότητας.  Μιας πραγματικότητας, που παρά τις προειδοποιήσεις, τώρα τους «στοιχειώνει» και τους οδηγεί σε αλλεπάλληλες ήττες (να τις θυμίσουμε;), στον… δρόμο για τον «σοσιαλισμό».

Το θέμα, με «τρύπες» παντού, δεν μπορεί πια να σταθεί και ας μην έχει ακόμα «λαλήσει ο πετεινός», η πολυαναμενόμενη απόφαση του ΣτΕ που καλείται να αποφανθεί για σωρεία εννόμων αγαθών.  Αφήνουμε το δικαστήριο να κάνει τη δουλειά που ξέρει να κάνει εδώ και 87 χρόνια, πιστό στην παρακαταθήκη του ιδρυτή του Ελευθερίου Βενιζέλου που, όπως είπε, η ύπαρξή του «θα είναι η αρχή ίσως περισσοτέρας προσοχής εκ μέρους των κυβερνώντων όπως αποφεύγουν παρανόμους πράξεις» και ότι θα συνέχαιρε τα μέλη του συμβουλίου κάθε φορά που θα θύμιζαν στην κυβέρνηση πως δεν έχει δικαίωμα να παρανομεί.  Το ξέφτισμα όμως της κυβερνητικής εικόνας από μια απαυδισμένη κοινωνία δεν είναι αιτία χαράς για την αξιωματική αντιπολίτευση.  Αν καθ’ όλη τη μεταπολίτευση η ομαλή διαδοχή των κομμάτων στην εξουσία ήταν ο κανόνας και αυτό αρκούσε για την όποια διανομή –τότε– των πόρων της δοτής ευμάρειας, στις ισχνές αγελάδες της 8ετούς ήδη ύφεσης, αυτό έληξε.  Η απαξία ελλοχεύει ως πανδημία και αποσαθρώνει το σύνολο των θεσμών. Πολιτική, δημοκρατία, κοινωνική συμβίωση. Και όλα αυτά, σε συνθήκες οριακά διαχειρίσιμες, μιας οικονομίας «διασωληνωμένης» και μιας κοινωνίας χωρίς κατεύθυνση, αιμορραγούσας προς το εξωτερικό και έτοιμης, άλλη μία φορά, για άλογες επιλογές απελπισίας.  Oχι, αυτή τη φορά δεν αρκεί μια απλή εναλλαγή στην εξουσία! Oποιος το πιστεύει, και απλά «σιδερώνει» την καλή φορεσιά του, βρίσκεται αλλού. Ο χρόνος ανοχής σε μια κυβέρνηση παλαιάς κοπής θα είναι ελάχιστος. Το έργο μέγα, σχεδόν υπεράνθρωπο, αφού η φθορά δεν αφορά μόνο μεγέθη, αλλά και δομές, αντιλήψεις, νοοτροπίες. Την αίσθηση ότι όλα επιτρέπονται, όλα είναι το ίδιο και ότι πια τίποτα δεν αλλάζει.  Αυτό που χρειάζεται ο τόπος είναι η αλλαγή υποδείγματος. Η έμπρακτη υπέρβαση προτύπων και εαυτών. Από όλους! Ναι βέβαια τεχνική επάρκεια, σχέδιο, αλλά κυρίως ψυχική και διανοητική ετοιμότητα. Από την εμπάθεια της «φατρίας», στον ενθουσιασμό της κοινής προσπάθειας.

Επιστράτευση ικανότητας και αληθινής φιλοπατρίας, ειλικρίνεια και στοχοθεσία, θεσμική λειτουργία και λογοδοσία, από τους πρόθυμους και ικανούς.    Σαν τον έφηβο Ηρακλή, στέκουμε στο σταυροδρόμι, και πάλι εμείς θα διαλέξουμε. Συλλογική προκοπή ή οριστική μιζέρια. Το αύριο της τελικής επιλογής ήρθε ήδη. Οι εναλλακτικές εμπειρικά γνωστές.

Τι απαντάμε;

Δημοσιεύτηκε στην:

Kathimerini.gr