Συζητάμε στο φιλόξενο και γόνιμο αυτό χώρο, για θέματα επικαιρότητας και πολιτικής, αλλά πάντοτε υπό το πρίσμα και το ζητούμενο της υποβοήθησης για τη σύνταξη εκείνου του Εθνικού Σχεδίου που όχι μόνο θα βγάλει τη χώρα από την κρίση, αλλά θα τη χτίσει σε νέα θεμέλια. Σε αυτό το σχέδιο κεντρική θέση έχουν βέβαια τα τεχνοκρατικά πρότυπα, οι τεχνικές και οι μέθοδοι που θα μας οδηγήσουν εκεί. Πέρα και πάνω όμως από αυτά, υπάρχουν όπως έχουμε πει και άλλα προαπαιτούμενα. Μιλήσαμε σε προηγούμενο κείμενο για το συχνά παραμελημένο ζητούμενο της εθνικής-συλλογικής αυτοσυνειδησίας και αυτογνωσίας. Ανάγκη για κάθε συλλογικότητα να μορφοποιηθεί ως υποκείμενο και με βάση τις ιεραρχημένες της προτεραιότητας και τη θέση της στην Ιστορία (από πού έρχομαι και πού πάω) παίρνει τις κρίσιμες αποφάσεις και στρέφει το «πλοίο» στη μία ή την άλλη κατεύθυνση».

Ο ρόλος της πολιτικής είναι ακριβώς ο «οραματισμός» του στόχου: Η σχεδίαση μιας εικόνας για το μέλλον.

Έχοντας μιλήσει για αυτά και αφήνοντας προς στιγμή κατά μέρος τις «τεχνικές», ας μιλήσουμε λίγο και για το «εκεί» που θέλουμε να πάμε. Ποιος είναι ο στόχος, η εικόνα της χώρας που επιδιώκουμε να φτιάξουμε; Κατά ένα μεγάλο μέρος, ξεχνάμε πως ο ρόλος της πολιτικής είναι ακριβώς ο «οραματισμός» του στόχου. Η σχεδίαση με τρόπο εύληπτο, ρεαλιστικό αλλά και ελκυστικό προς την κοινωνία, μιας εικόνας για το μέλλον. Μόλις καλυφθούν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή έχουμε το συλλογικό υποκείμενο (συνειδητό, καταρτισμένο και αποφασισμένο) και έχουμε και το στόχο, το σχέδιο που θέλουμε να φτάσουμε, τότε «προσλαμβάνουμε» τους ειδικούς εκείνους που θα μπορέσουν να μας πάνε εκεί με σχετική ασφάλεια.

Ο ρόλος του «οραματιστή» με τον «τεχνικό» δεν είναι απαραίτητο, ούτε ζητούμενο, να ταυτίζονται. Μπορεί αυτό να συμβεί σε επιμέρους ζητήματα, όχι όμως στο σύνολο. Όπως ακριβώς και ο Αρχιτέκτονας δεν ταυτίζεται με τον Πολιτικό Μηχανικό. Πέραν του «οραματισμού» που μπορεί να πει κανείς πως «είναι εύκολο» – άλλο το πόσο δύσκολο αντικειμενικά είναι να πείσεις μια ολόκληρη κοινωνία και να της δώσεις το κίνητρο να επιδιώξει το δικό σου σχέδιο ακολουθώντας σε -, στον μαέστρο πολιτικό εναπόκειται και η ανάθεση των κρίσιμων ρόλων στους μετέπειτα «τεχνικούς».

Αλλά, ας εξετάσουμε και μια διάσταση του «στόχου» για τη χώρα μας, με αφορμή και μια εμπειρία που όλοι έχουμε και μάλιστα περιοδικά, ανά έτος. Πώς φανταζόμαστε την Ελλάδα, εκτός κρίσης; Θέλουμε να γυρίσουμε στην εικόνα «ευμάρειας» πριν το 2009; Μια εικόνα, μεταξύ άλλων πλήρους ανισορροπίας; Μιλάμε για μια αφηρημένη χώρα, μια Ελλάδα που κάπου υπάρχει και κάπως «μαγικά» θα έρθει, και αυτήν την Ελλάδα την έχουμε μπροστά μας κάθε χρόνο, για μερικούς μήνες. Εξηγούμαι: κάθε χρόνο, για διάρκεια ορισμένων μηνών (κατά βάση θερινών, αλλά και με άλλες ευκαιρίες), όλοι μας «εκστρατεύουμε» ανά την επικράτεια, αναζητώντας από τις «πατρογονικές μας εστίες», μέχρι απλές και ήρεμες «γωνιές» γης στις οποίες αναζητούμε αυτά ακριβώς που μας λείπουν από την καθημερινότητα. Γαλήνη, ομορφιά, φυσική ζωή, αισθητική ευφορία. Αναρτούμε φωτογραφίες από τον «επί γης Παράδεισο» που ανακαλύψαμε, το λέμε σε φίλους και…φεύγουμε. Θεωρούμε δε ως απόλυτα φυσιολογικό, αυτή κατάσταση να είναι η κατάσταση «διακοπών» μας. Κάθε άλλη σκέψη ούτε περνάει από το μυαλό μας.

Ο τουρισμός είναι η βασική πηγή, αλλά χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος και τρόπου σκέψης.

Ολόκληρες περιοχές της χώρας, που για 8 μήνες το χρόνο ερημώνουν, γεμίζουν ζωή. Γίνονται κανονικές κοινότητες, με δραστηριότητες, υπηρεσίες, κοινωνική και εμπορική ζωή. Τα δυσανάλογα μεγάλα αστικά μας κέντρα και εννοώ ιδίως τα μητροπολιτικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, σχεδόν «αδειάζουν», αποκτώντας πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά και προσιδιάζοντας με πόλεις που φυσιολογικά θα «άντεχε» μια χώρα του δικού μας πληθυσμού. Κατά τους μήνες αυτούς τόσο οι «διακοπεύοντες», όσο και οι «παραμένοντες», ζουν σε άλλη ποιότητα ζωής, σαφώς περισσότερο ικανοποιημένοι και βιώνοντας πολύ λιγότερη πίεση. Για ποιο λόγο αλήθεια αυτή η κατάσταση να μην είναι η φυσιολογική κατάσταση της χώρας; Γιατί να είναι η «κατ’ εξαίρεση» πραγματικότητα λίγων μόνο μηνών;

Αν περασμένες δεκαετίες διαμόρφωσαν αυτήν την παράδοξη και μοναδική εικόνα μιας χώρας στην οποία ο μισός πληθυσμός είναι συγκεντρωμένος στην Πρωτεύουσα, οι οικονομικοί λόγοι έχουν αλλάξει και οι συνθήκες έχουν αντιστραφεί. Αν ζητούμενο πλέον είναι η παραγωγή πλούτου και μάλιστα άμεσα, αυτό δεν μπορεί να γίνει επ’ ουδενί με το αναπτυξιακό πρότυπο που οδήγησε στα ανωτέρω. Μια χώρα 11 εκατομμυρίων δεν αντέχει μια πόλη των 4 ή 5 και άλλη μία του 1,5 εκατομμυρίου, πόλεις που βασίζοντα σε τεράστια ποσοστά στις υπηρεσίες και στην κρατική οικονομία. Από πού θα εισρεύσει νέος, «ζωοδότης» πλούτος; Πώς θα κινηθεί η μηχανή; Τα δανεικά τελείωσαν και ο ανταγωνισμός μεγαλώνει. Ο τουρισμός είναι βασική πηγή, αλλά στη μορφή που ακόμα υπηρετείται έχει και εκείνος όρια τα οποία αγγίξαμε. Χρειάζεται λοιπόν και εδώ, αλλαγή παραδείγματος, τρόπου σκέψης.

Επισκεπτόμενος περιοχές το καλοκαίρι δεν μπορώ να μη νιώθω θλίψη σκεπτόμενος παλαιότερες εποχές «δόξας» για μέρη με πραγματική ζωή, από νησιά μέχρι πόλεις της υπαίθρου. Μέσα στην εποχική «παραζάλη» δεν μπορώ να μη φέρνω στο νου εικόνες του χειμώνα, με τις περιοχές έρημες και ελάχιστους κατοίκους να περιφέρονται νωχελικά. Με αυτή την αντίθεση, ξέρω ότι η μία εικόνα είναι εικονική και όχι πραγματική. Ένα σκηνικό, εν πολλοίς φτιαγμένο για τους «τουρίστες», που δείχνει μια ζωή του κάποτε, που δεν υπάρχει πια. Γι’ αυτό μ’ αρέσει να επισκέπτομαι «αληθινά» μέρη. Που οι δραστηριότητες δεν «αναπαρίστανται για τους θεατές», αλλά είναι αυθεντικές. Συνεχίζονται και αφότου αναχωρήσουν και οι τελευταίοι επισκέπτες. Εξυπηρετούν ανάγκες, συνεχίζουν παραδόσεις αλλά και ανακαλύπτουν νέες δραστηριότητες, συντονισμένες με τις ανάγκες των καιρών.

Στα περισσότερα μέρη, αυτά τα τόσο όμορφα που κάθε χρόνο μας κάνουνε να αναφωνούμε και να μακαρίζουμε την τύχη μας, ανακαλύπτοντας ξανά την πατρίδα μας, η εικόνα δυστυχώς δεν είναι αυτή. Αφού αποσύρονται οι «ηθοποιοί-καλεσμένοι» και αποχωρήσουν, οι λειτουργίες επιστρέφουν στο…ρελαντί και η εικόνα αποπνέει μαρασμό. Με τη νεολαία να συναθροίζεται στα αστικά κέντρα, κυνηγώντας κάποια «ξεχασμένα όνειρα», ίσως άλλων, προηγούμενων, από κεκτημένη ταχύτητα που δεν αναθεωρείται και πλέον ακόμα πιο μακριά, σε «τόπους ευκαιριών».

Για ποιο λόγο; Ποιος μας ενέπνευσε αυτό το πρότυπο; Γιατί αναγκαστικά, μια ζωή σε κάποιο υποβαθμισμένο αστικό μέρος, όπου το κυνήγι του μεροκάματου καθίσταται συχνά «βραχνάς», σε μια ποιότητα ζωής χαμηλή, με αισθητική ανύπαρκτη, θεωρείται προτιμότερη, από την παραμονή στο «χωριό», με την καλλιέργεια πχ κάποιου οικογενειακού κλήρου ή τη συνέχιση άλλων ασχολιών; Οι λόγοι γνωστοί: ανεργία, υποδομές (παιδείας, υγείας), κοινωνικές διέξοδοι (πολιτισμός, κοινωνικοποίηση κλπ). Ιδού λοιπόν πεδίο δόξας και ο στόχος για τη νέα εποχή.

Το στόχος είναι μια Ελλάδα λειτουργούσα και ακμάζουσα απ’ άκρη σ’ άκρη για όλο το διάστημα του χρόνου.

Μια Ελλάδα λειτουργούσα και ακμάζουσα απ’ άκρη σ’ άκρη για όλο το διάστημα του χρόνου. Με την κάθε περιοχή σφύζουσα από ζωή, όπως «κάποτε». Αυτό είναι ο στόχος, το όραμα. Για να επιτευχθεί θα χρειαστεί πολύπλευρο σχέδιο και «έξυπνη» στόχευση. Να επενδύσουμε στις αναγκαίες υποδομές, αλλά και στους τομείς που έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα. Ο τουρισμός δεν φτάνει και πάντως όχι αποκλειστικά ως έχει. Ευτυχώς, πλέον, η νέα τεχνολογία επιτρέπει πράγματα που μέχρι πρότινος θα ήταν αδιανόητα. Έτσι, κάποιος εγκατεστημένος στην «επαρχία» και απολαμβάνοντας τα αγαθά και την ποιότητα ζωής που αυτή μπορεί να προσφέρει, μπορεί άνετα να μετέχει πλήρως και ισότιμα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Μπορεί να ενημερώνεται την ίδια στιγμή, να επιχειρεί στις διεθνείς αγορές, να είναι πολίτης του κόσμου. Το πεδίο των νέων τεχνολογιών, ως μέσο αλλά και ως πεδίο επιχειρηματικής δράσης, οφείλει να είναι πρώτης προτεραιότητας.

Με αυτό κατά νου, επιγραμματικά και μόνο μπορώ να αναφερθώ σε άλλες κατηγορίες. Αν η βιομηχανία έχει «πεθάνει» (είναι ζητούμενο, μια και υπάρχουν και άλλες ενδεχομένως προτάσεις), το ίδιο δεν συμβαίνει με τη γεωργία, που οφείλει και εκείνη να γίνει «έξυπνη» , δηλαδή ποιοτική και στοχευμένη, δεν αφορά τον επιστημονικά στοχευμένο τουρισμό (νομίζουμε ότι «πάμε καλά», όταν χώρες με πολύ λιγότερα θέλγητρα συγκεντρώνουν εκατομμύρια περισσότερους τουρίστες ετησίως), δεν συμβαίνει με άλλους δυναμικούς τομείς, όπως των τεχνών ή της επιστήμης-καινοτομίας.

Οι χώρες χαρακτηρίζονται τόσο από τη φυσιογνωμία του τοπίου, όσο και κυρίως από το δυναμισμό του πληθυσμού τους. Τη σφριγηλότητα και την προοπτική που εκείνοι δίνουν στη χώρα. Μια χώρα αναπαραγόμενου καταναλωτισμού προϊόντων δευτέρας διαλογής, μια κοινωνία μεταπρατών που απομυζά δανεικό πλούτο ή υπολείμματα δικής της πρότερης αίγλης, αποπνέει μιζέρια και παρακμή. Δεν έχει μέλλον. Μια χώρα όμως, με συναίσθηση εαυτού και παρουσίας, με αυτοπεποίθηση και ιδέες, που αξιοποιεί δημιουργικά κάθε σπιθαμή γόνιμου χώρου, ένας λαός που αξιοποιεί μια γη-δώρο, έναν τόπο του «μύθου» με τοπωνύμια παγκόσμιας εμβέλειας, μια χώρα που πατάει γερά στο παρόν, έχοντας κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν που το «κουβαλά» πια ως «όπλο» και ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον, ε, η χώρα αυτή, θα συνεχίσει να προκόβει, να δίνει αξιοπρέπεια στους πολίτες της και κίνητρα να ζουν και να ονειρεύονται σε αυτήν.

Είναι μπροστά στα μάτια μας. Ας αρχίσουμε να τη χτίζουμε.

Δημοσιεύτηκε στο:

ekyklos.gr