Σε μια “φυσιολογική” πολιτική περίοδο τα γεγονότα του δημόσιου βίου έχουν έναν ρυθμό και μια ροή που μπορούν να αφομοιωθούν. Η Κυβέρνηση αναπτύσσει την πολιτική της και η προσοχή της κοινής γνώμης είναι στραμμένη στη δράση των Υπουργείων την οποία και κρίνει. Στην παρούσα περίοδο, αυτά έχουν ξεχαστεί. Μέσα στη δίνη των γεγονότων, με τα μεγάλα θέματα να εισβάλλουν στην προσωπική μας ζωή από παντού (και όχι μόνο μέσω των ΜΜΕ όπως καινοφανώς ισχυρίστηκε ο κ. Τόσκας) και να κυριαρχούν στο ενδιαφέρον μας, παρέλκει η παρακολούθηση θεμάτων “ήσσονος” σπουδαιότητας. Χάνεται έτσι η επαφή με τις πρωτοβουλίες Υπουργών και Υπουργείων που όσο και αν καταγράφονται από τα ΜΜΕ, δεν τυγχάνουν της προσοχής που θα τους άξιζε. Συχνά δε, πρόκειται για πρωτοβουλίες ζημιογόνες, που σε άλλες περιόδους θα προκαλούσαν πραγματικό σάλο. Σε μια επικαιρότητα όμως που κυριαρχούν θέματα όπως το “γιοφύρι της Άρτας”-αξιολόγηση και τα συνδεόμενα με αυτήν νομοσχέδια που θα αλλάξουν τη ζωή μας (ασφαλιστικό-φορολογικό) ή το προσφυγικό που συνδέεται ευθέως με την ίδια την κοινωνική συνοχή, αλλά και με θέματα κυριαρχίας, πώς να δοθεί προσοχή στο τι γίνεται “από κάτω”;

Ένα Υπουργείο που έχει καταφέρει να προκαλεί αρνητική δημοσιότητα χάρη στις ατυχείς πρωτοβουλίες αλλά και δηλώσεις των δύο τελευταίων Υπουργών του είναι το διαχρονικά ευαίσθητο Υπουργείο Παιδείας. Οι 2 Υπουργοί που αποτέλεσαν επιλογή του Πρωθυπουργού για τη νευραλγική αυτή θέση έχουν συχνά προκαλέσει το κοινό αίσθημα με τις επιλογές τους, που δείχνουν να είναι σε ευθυγράμμιση με μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη. Από την περιβόητη πλέον “αποκήρυξη” της αριστείας, μέχρι την αποδόμηση της σημαντικής μεταρρύθμισης του Νόμου 4009 για τα Πανεπιστήμια, και από τον τρόπο επιλογής Διευθυντών στα σχολεία, έως τις πρόσφατες πρωτοβουλίες (και δηλώσεις) του νέου Υπουργού, στο Υπουργείο Παιδείας πραγματοποιείται μια επίδειξη καθεστωτικής νοοτροπίας και διάθεση αλλαγής “παραδείγματος”. Αυτό το υποστηρίζω γιατί το συγκεκριμένο Υπουργείο είναι κομβικής σπουδαιότητας. Δεν σχετίζεται μόνο με θέματα διαχείρισης και διεκπεραίωσης. Αντίθετα, διαμορφώνει συνειδήσεις, χαράσσει πολιτική με μακροπρόθεσμες συνέπειες, διαμορφώνοντας τελικά την ίδια τη φυσιογνωμία της χώρας.

Για το λόγο αυτό τα τελευταία χρόνια είχε ακολουθηθεί μια “μετριοπαθής” προσέγγιση από τους διατελέσαντες Υπουργούς. Επειδή ακριβώς το διακύβευμα ξέφευγε από τα όρια ενός κόμματος, η σταθερή επιδίωξη ήταν η κατά το δυνατόν συναινετική προσέγγιση και η συνέχιση θετικών επιτευγμάτων του κάθε προηγούμενου. Και αυτή θα έπρεπε να είναι η συνταγή σε κάθε τομέα διοίκησης. Η λογική “ταύρος εν υαλοπωλείο” ή “όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω”, έρχεται από παλιά και δεν προσφέρει στην εθνική προσπάθεια. Δεν έχει προστιθέμενη αξία. Έτσι λοιπόν το ξερίζωμα κατακτήσεων και θετικών ρυθμίσεων, πέραν της ουσιαστικής ζημιάς που προκαλεί, δεν τιμά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος που είχε δώσει ένα άλλο στίγμα πολιτικού πολιτισμού.

Αφορμή για τα ανωτέρω αποτελούν οι διαρροές αλλά και οι ενημερώσεις σχετικά με τη διαφαινόμενη πρόθεση του Υπουργού κ. Φίλη για (έστω έμμεση) “εκπαραθύρωση” του γραπτού διαγωνισμού υπό τον ΑΣΕΠ για τους διορισμούς εκπαιδευτικών. Το θέμα είναι νομικά σύνθετο και θα περιγράψω τις αδρές του γραμμές. Συνοπτικά να πούμε πως στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παρατηρούνται διαχρονικά ελλείψεις σε οργανικές θέσεις, μόνιμου προσωπικού. Αυτό φαίνεται κάθε Σεπτέμβρη, όταν η ηγεσία αγκομαχά να διορίσει (με χίλια “τερτίπια”, βλ. ΕΣΠΑ) τους λεγόμενους αναπληρωτές, έτσι ώστε να καλυφθούν προσωρινά τα όποια κενά. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και της δέσμευσης για πάγωμα των προσλήψεων στο δημόσιο (τα γνωστά κλάσματα προσλήψεις/αποχωρήσεις) δεν έχει πραγματοποιηθεί από καιρό νέος διαγωνισμός ΑΣΕΠ, ενώ εκκρεμεί και ο διορισμός παλαιότερων επιτυχόντων. Το ζήτημα που έχει προκύψει είναι, εφόσον επιτραπούν νέοι διορισμοί, με ποιο τρόπο αυτοί θα γίνουν.

Υπάρχει η άποψη, που φαίνεται να υποστηρίζει και ο Υπουργός όπως γράφτηκε πρόσφατα στον Τύπο, πως ο γραπτός διαγωνισμός όπως γινόταν, δεν είναι πρόσφορος και προτιμότερη είναι η επιστροφή σε ένα είδος “επετηρίδας” με μοριοδότηση όσων διορίζονταν στα χρόνια της κρίσης ως αναπληρωτές, μαζί και με άλλα κοινωνικά κριτήρια. Σε αυτήν την άποψη αντιτίθενται όσοι υποστηρίζουν το γνωστό διαγωνισμό. Πολλές παρατηρήσεις.

Να ξεκινήσουμε από μια γενική, θεσμικού χαρακτήρα. Η εισαγωγή θεσμών σε μια κοινωνία δεν είναι απλή υπόθεση. Πέραν της δυσκολίας για την επιλογή και την “αρχιτεκτονική” του εκάστοτε θεσμού, έτσι ώστε αυτός να καταστεί κατάλληλος για την κάθε κοινωνία, πέρα από την ψήφισή του, το κρίσιμο στοιχείο είναι η λαϊκή αποδοχή. Η καθολική νομιμοποίηση. Έτσι, φαινομενικές μεταρρυθμίσεις που δεν αγκαλιάστηκαν από τους πολίτες, γρήγορα ξεθώριασαν και εγκαταλείφθηκαν. Αντίθετα, θεσμοί που απάντησαν στην καρδιά κοινωνικών αιτημάτων, που ταυτίστηκαν με ώριμα αιτήματα και αφουγκράστηκαν την κοινωνία, ρίζωσαν σε αυτή και κατέστησαν αναπόσπαστο τμήμα της ίδιας της κουλτούρας της. Τέτοιοι θεσμοί, “γειώθηκαν” τόσο στο σκληρό πυρήνα του νομικού πολιτισμού, όσο κυρίως στο λαϊκό φρόνημα, ως κατακτήσεις άξιες προστασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου θεσμού, η ίδρυση του ΑΣΕΠ το 1994 και η σταδιακή του επέκταση στο δημόσιο.

Ο Αναστάσιος Πεπονής, έντιμος πολιτικός αρχών και αγωνιστής, καθιέρωσε ένα θεσμό που απάντησε στο διαχρονικό αίτημα για αξιοκρατία στο δημόσιο. Μέσα από αυτό του το έργο, ακύρωσε μια ολόκληρη λογική “ρουσφετιού” που διαπερνούσε το πολιτικό σύστημα και κατοχύρωσε περίοπτη θέση στους διαχρονικά ωφέλιμους και χρήσιμους πολιτικούς. Με τα χρόνια, οι διορισμοί μέσω ΑΣΕΠ κατέστησαν η αυτονόητη πραγματικότητα και ουδείς τόλμησε να επιστρέψει στα παλιά. Τι λοιπόν παρακινεί παρόμοιες σκέψεις στον κ. Φίλη;

Για την ιστορία, να πούμε πως η προηγούμενη Κυβέρνηση είχε κινηθεί δυναμικά στο στόχο της πρόσληψης ικανού αριθμού μόνιμων εκπαιδευτικών. Ο τότε Υπουργός είχε απευθύνει το αίτημα προς τους δανειστές, με βάση τεκμηριωμένη μελέτη υπό την επίβλεψη του Γ.Γ. και των υπηρεσιών του Υπουργείου  που τεκμηρίωνε με αδιάψευστους αριθμούς και συγκριτικά στοιχεία την αναγκαιότητα. Το θέμα έβαινε προς επίλυση, η νέα όμως ηγεσία (που κατά δήλωσή της περίπου “δεν αναγνώριζε υπόσταση στην Τρόικα”) εγκατάλειψε και εδώ τη συνέχεια της προσπάθειας. 15 μήνες μετά, με τις πολιτικές συνθήκες να είναι ρευστές και το κοινωνικό σώμα δυσαρεστημένο, το ξαναθυμάτα με τους ανωτέρω όρους. Η καχυποψία προκύπτει εύλογα.

Οι επιλογές του Υπουργείου έχουν κινηθεί στα όρια νομιμότητας και ηθικής επανειλημμένα αυτό το διάστημα. Ο πρόσφατος κόλαφος από το ΣτΕ για την επιλογή Διευθυντών, όπως και η απόφαση για τη συνταγματικότητα των Συμβουλίων ΑΕΙ, είναι χαρακτηριστικά. Γιατί λοιπόν το Υπουργείο φλερτάρει με ακόμα μία νομική περιπέτεια; Να θυμίσουμε εδώ την κρίσιμη νομολογία του ΣτΕ που επιβάλει τη διενέργεια προσλήψεων στο Δημόσιο υπό την επίβλεψη της Ανεξάρτητης Αρχής. Γι’ αυτό και οι διαρροές δεν φτάνουν στη ρητή κατάργηση του ΑΣΕΠ, αλλά στην αλλαγή της μεθόδου. Στη σύνταξη πινάκων, υπό την επίβλεψή του (με ρόλο διεκπεραιωτή;), αντί για τη διεξαγωγή εξετάσεων.

Όταν όμως άλλες χώρες (βλ Κύπρος, όπως έγραψε προχθές η Καθημερινή) μόλις πέρυσι καθιέρωσαν γραπτό διαγωνισμό και επαίρονται γι’ αυτό, η χώρα μας, που πέρασε εδώ και χρόνια αυτό το στάδιο, είναι δυνατόν να γυρίσει πίσω; Πέρα από την αδήριτη ανάγκη αξιοκρατίας και διαφάνειας, υπάρχει και μια επιλογή πολιτικής: Σε ποιο επιμέρους κοινωνικό σώμα (νομίζουμε ότι) απευθυνόμαστε. Η ηγεσία “κουτοπόνηρα” διαιρεί το σώμα των εκπαιδευτικών σε παλαιούς και νέους. Μια κατάργηση διαγωνισμού ουσιαστικά θα απέκλειε τους νεότερους, μια και από το 2009 και μετά δεν θα είχαν προϋπηρεσία. Αυτό όμως, στην εποχή της μαζικής μετανάστευσης και των υψηλών απαιτήσεων για αυξημένα προσόντα, είναι απλά απαράδεκτο. Προφανώς και οι παλαιότεροι δικαιούνται επίσης μια ευκαιρία. Και προφανώς κάποιοι (επιτυχόντες) έχουν αδικηθεί. Αυτά όμως μπορούν να διορθωθούν μέσα από ειδική μοριοδότηση στον όποιο διαγωνισμό.

Αυτό που είναι πραγματικά αδιανόητο και απαράδεκτο είναι η ακύρωση της ουσίας του θεσμού, σε βάρος της νεότερης γενιάς που επιβαρύνεται σε όλα τα πεδία, που είναι συνδεδεμένη ευθέως με τη διενέργεια διαγωνισμού. Δίκαιου, διαφανούς, αξιοκρατικού. Αν η χώρα πάσχει διαχρονικά σε εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, αν υποτίθεται πως αυτό είναι το επίκαιρο αίτημα, ε τότε, δεν είναι δυνατόν να ακυρώνουμε και τις λίγες επιτυχημένες, αληθινά επαναστατικές και καταξιωμένες στη συλλογική συνείδηση. Αν το κάνουμε, για λόγους ψηφοθηρικούς ή απλά ιδεοληψίας, ακόμα και αν έχουμε πρόσκαιρο μερικό όφελος, θα συναντήσουμε την συλλογική κατακραυγή και τον ιστορικό ψόγο. Οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις, οι δυνάμεις που έφεραν ουσιαστικές αλλαγές στον τόπο, ως θεματοφύλακες του έργου και της ιστορίας τους και αντιλαμβανόμενες τις σύγχρονες ανάγκες. δεν μπορούν να το επιτρέψουν. Όπως βέβαια και η Δικαιοσύνη, που σε οριακές καταστάσεις έχει επιδείξει την ευαισθησία και τα αντανακλαστικά της. Αναθεωρείστε λοιπόν.

Δημοσιεύτηκε στο capital.gr