Παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες μια κλιμακούμενη έξαρση ενός εθνικιστικού και αλυτρωτικού παραληρήματος από τη γειτονική μας χώρα (FYROM),που κορυφώθηκε με τη γνωστή επιστολή Γρουέφσκι. Η προς το παρόν αντίδραση της χώρας μας περιορίστηκε σε κάποιες δημόσιες δηλώσεις των αρμοδίων (και των μη αρμοδίων δυστυχώς) με διπλωματικά αυστηρή γλώσσα. Πέρα όμως από αυτήν τη φυσιολογικά αναμενόμενη αντίδραση για ένα κράτος του οποίου οι θεσμοί λειτουργούν στοιχειωδώς, θα μπορούσαμε να περιμένουμε ή έστω να προτείνουμε και μια σειρά άλλων δράσεων.

Η πολιτική διαχείριση του θέματος, παρόλη τη δύσκολη συγκυρία και με την πρόσκαιρα ευνοϊκή έκβαση της υπόθεσης της αίτησης ένταξης της FYROM στο ΝΑΤΟ, διαθέτει ακόμα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών, στο παρόν κείμενο όμως θα σταθώ σε μια άλλη διάσταση. Η Ελλάδα, λόγω της μακραίωνης ιστορικής της παρουσίας, ως πολιτιστική πρόταση με πολλά νοήματα και διαστάσεις που ολοένα και λιγότερο μας απασχολούν στη δημόσια σφαίρα και στο δημόσιο διάλογο, έχει την «τύχη» να διαθέτει ένα παγκόσμιο δίκτυο σημαντικών ανθρώπων του πνεύματος και όχι μόνο, που ασχολούνται με ζέση και έγκυρο τρόπο γύρω από τα διαχρονικά της θέματα και φυσικά την Ιστορία της.

Η κινητοποίηση αυτού του δικτύου γύρω από στρατηγικούς στόχους της χώρας σε μακροπρόθεσμο επίπεδο (κάτι που καλείται «Πολιτιστική Διπλωματία») είναι μια δυνατότητα που ελάχιστα έχει αξιοποιήσει αυτή η χώρα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλες οι πρόσφατες Κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν ως ορίζοντα τις επόμενες εκλογές και με γνώμονα αυτές (και τις συνεπαγόμενες εξαρτήσεις από ψηφοφόρους, εξυπηρέτηση εκλογικής «πελατείας» κλπ) πραγματοποιούν το σχεδιασμό τους, θεωρούν περιττές πολυτέλειες όλες αυτές τις προτάσεις- δυνατότητες και συμπεριφέρονται χωρίς ιστορική συνείδηση, αγνοώντας την ευθύνη τους που εκτείνεται στο μέλλον (απόδειξη και η καθυστερημένη αντίδραση σε πολλά μείζονα θέματα, όπως το προκείμενο που ήταν γνωστό δεκαετίες τώρα). Η γνωστή ρήση του λαού «κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε», μια παράφραση του Θουκυδίδη για την ανάγκη του «προαμύνεσθαι» που αναφέρεται στην αρχή της προλήψεως, μοιάζει είτε άγνωστη, είτε δευτερεύουσας προτεραιότητας.

Αυτό όμως το δίκτυο (άνθρωποι πνευματικοί, καθηγητές σε Πανεπιστήμια εγνωσμένου κύρους, ιδιώτες, συλλέκτες κλπ), που υπάρχει χωρίς τη μεσολάβηση του εθνικού κέντρου, μέσα από το επιστημονικό ή ρομαντικό ενδιαφέρον για αυτό που συνιστά και αυτό που ιστορικά υπήρξε η ελληνική πρόταση , μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί-κινητοποιηθεί για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Με πολιτική ή επιστημονική πρωτοβουλία πρέπει να πραγματοποιηθεί μια παγκόσμια συνάντηση, ίσως μια πρόσκληση για ένα επιστημονικό Συνέδριο ή η πραγματοποίηση μιας μεγάλης επιστημονικής έκδοσης με την επιμέλεια του ελληνικού κράτους, κάποιου Πανεπιστημίου ή και αυτής της Ακαδημίας Αθηνών, που θα πραγματεύεται ακριβώς το θέμα της Μακεδονίας.

Ποιοι ήταν οι αρχαίοι Μακεδόνες και ανάμεσά τους ο πλέον γνωστός Αλέξανδρος, ποια είναι η ιστορία του τόπου, ποια είναι η περιλάλητη «μακεδονική» γλώσσα. Να ακουστεί με τρόπο εμφατικό και επιστημονικά άρτιο και τεκμηριωμένο, άρα αφοπλιστικό, η ιστορική αλήθεια, για να μην μπορεί ο καθένας να τη διαστρεβλώνει ανάλογα με τα συμφέροντα ή την άγνοιά του. Να εμπεδωθεί η ελληνική ταυτότητα (με τη διάσταση που δινόταν στον όρο εκείνη την εποχή) των αρχαίων Μακεδόνων, που άλλωστε μετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως Έλληνες και που άφησαν γραπτά μνημεία του πολιτισμού τους σε γλώσσα ελληνική. Να συνεχιστεί η παράθεση των ιστορικών γεγονότων διαμέσου των αιώνων, καλύπτοντας το Βυζάντιο και την ιστορία των Αγίων Κυρίλλου και Μεθόδιου, έως το ‘Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τη σημερινή εποχή.

Με αυτόν τον τρόπο θα αφοπλιστούν οι εκατέρωθεν αφενός ανιστόρητες και αφετέρου επικίνδυνες ή απλώς κενά θορυβώδεις (κατά το λαϊκότερον «τζάμπα μάγκικες») φωνές που μιλούν με έντονο λαϊκισμό, εξυπηρετώντας συγκεκριμένα ακροατήρια χωρίς τίποτα ουσιαστικό να προσφέρουν. Θα διδαχτεί και η επίσημη χώρα μας για τα λάθη του παρελθόντος, αλλά και τις δυνατότητες που μπορεί να έχει για την επίτευξη άλλων στρατηγικών στόχων στο μέλλον. Η αντίδραση πρέπει να υπάρξει άμεσα, ψύχραιμα, επιστημονικά και οργανωμένα, μια και ούτε ανυπεράσπιστοι στις διεκδικήσεις του καθενός είμαστε, ούτε οι τελευταίες μπορούν να διαιωνίζονται με τρόπο «γκεμπελικό». Είναι θέμα ιστορικής αλήθειας, αξιοπρέπειας και μέριμνας για την ιστορική συνέχεια του τόπου αυτού.