Αναλύοντας το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα, πέρα από τα προφανή ευρήματα και συμπεράσματα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει κάτι το οποίο είναι γνωστό για την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες. Αθροίζοντας τα σχετικά ποσοστά, παρατηρούμε πως πλειοψηφία στη χώρα εξακολουθεί πάντα να είναι η Κεντροαριστερά (με καθαρά «γεωγραφικούς» όρους και όχι πολιτικούς). Το ΠΑΣΟΚ με τα άλλα κόμματα της Αριστεράς (κοινοβουλευτικά και μη) αθροίζουν ποσοστά μεγαλύτερα από αυτό της ευρύτερης Δεξιάς (πόσο μάλλον της κυβερνώσας). Με αυτή λοιπόν τη διαπίστωση, ότι δηλαδή η σημερινή Κυβέρνηση είναι ουσιαστικά μια Κυβέρνηση μειοψηφίας, πρέπει να αναλογιστούμε το κατά πόσο αξίζει τον κόπο αυτή η «πολυτέλεια» για τα κόμματα της Αριστεράς, με βάση τις ουσιαστικές πολιτικές τους διαφορές αλλά και τη δυνατότητα συνεργασίας που θα μπορούσαν να έχουν.

Και δεν θα αναφερθώ εδώ σε ζητήματα εκλογικής νομοθεσίας, γιατί θεωρώ πως είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αυτό που πρωτεύει είναι ακριβώς η διάθεση για διάλογο επί της ουσίας και σε βάθος, διάλογο προγραμματικό και ειλικρινή, διάλογο που σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να οδηγήσει και σε κάποιας μορφής συνεργασία με Κυβερνητική προοπτική, μια πρακτική καθόλου άγνωστη σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και για να οριοθετήσουμε λίγο παραπάνω τη συζήτηση, αναφέρομαι κυρίως στο διάλογο μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αφού το ΚΚΕ – για τους δικούς του λόγους- επιλέγει να παραμένει σε μια δική του ιστορική εκδοχή και ερμηνεία του κόσμου.

Η περίπτωση της Κεντροαριστεράς λοιπόν και η ανασύστασή της για την οποία έχουμε μιλήσει στο παρελθόν, φαντάζει στην παρούσα συγκυρία ως μια ιστορική αναγκαιότητα για το χώρο και αποτελεί μια ευκαιρία για ουσιαστική διέξοδο από την κρίση που μαστίζει την κύρια συνιστώσα του ευρύτερου χώρου (το ΠΑΣΟΚ). Διέξοδο που θα χαρακτηρίζεται και θα βασίζεται σε έναν βαθύ πολιτικό διάλογο που θα οδηγήσει σε νέες προτάσεις και συνθέσεις, θα προκαλέσει ζυμώσεις, θα «παιδεύσει» νέες γενιές στελεχών και με καλή διάθεση θα δώσει τέλος στην παντοκρατορία των περιβόητων αυτοδύναμων Κυβερνήσεων, επιτρέποντας σε πιο σύνθετα σχήματα να εφαρμόσουν την πολιτική τους.

Μέσα από τα σχήματα αυτά, θα μπορούν να εφαρμοστούν πιο ριζοσπαστικές πολιτικές, ενώ θα υφίσταται και μεγαλύτερος έλεγχος στις πράξεις και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές από τα «μεγάλα κόμματα». Επίσης, τα πιο «μικρά» κόμματα, θα αποκτούν και κυβερνητική προοπτική, με αποτέλεσμα αφενός να προσελκύουν πολλές ψήφους ακόμα, μια και η λογική της χαμένης ψήφου δεν θα έχει πια έδαφος, ενώ και ο ίδιος ο χαρακτήρας τους θα μεταβάλλεται και από απλά «κόμματα διαμαρτυρίας» θα καθίστανται κόμματα με (μερική έστω) κυβερνητική προοπτική και ευθύνη. Με τον τρόπο αυτό και η αντιπολίτευση-έλεγχος που θα ασκούν θα είναι λιγότερο ανέξοδη και πιο ουσιαστική.

Ο διάλογος αυτός οφείλει να αρχίσει άμεσα, τώρα που οι συνθήκες είναι ρευστές ο χρόνος «ανύποπτος». Και πρέπει να ξεκινήσει με αίτημα από τη βάση του ΠΑΣΟΚ προς τον ευρύτερο δημοκρατικό λαό. Αυτό μπορεί να γίνει πχ με ένα ιδιαίτερο ψήφισμα που θα κατατεθεί στην επερχόμενη Εθνική Συνδιάσκεψη, ή να προκύπτει από τις θέσεις που θα καταθέσουν οι 2 υποψήφιοι για την ηγεσία του Κινήματος τις προσεχείς εβδομάδες. Αν όμως σε ένα αίτημα της ηγεσίας, μπορεί να προβληθεί κάποια πολιτικού τύπου άρνηση από την ηγεσία της «άλλης πλευράς» για κάποιους λόγους, ουσιαστικούς ή όχι, πιστεύω ακράδαντα πως σε ένα μαζικό αίτημα από τη λαϊκή βάση του Κινήματος, η άρνηση είναι αδύνατη!

Με ένα τέτοιο ειλικρινές και μαζικό αίτημα λοιπόν, μπορεί να ξεκινήσει ένας τέτοιος διάλογος (στην αρχή ίσως και μεταξύ των νεότερων –άρα και προσωπικά ανεπηρέαστων-στελεχών) που θα θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας ευρύτερης παράταξής με χαρακτηριστικά κυριαρχίας (τόσο μαθηματικής αλλά κυρίως ιδεολογικής) στο εκλογικό σώμα. Εμείς θέτουμε το ζήτημα και ελπίζουμε να κυριαρχήσουν οι ώριμες και ανιδιοτελείς σκέψεις και κρίσεις σε όλους τους χώρους έτσι ώστε να δοθεί αυτή η ευκαιρία, την οποία άλλωστε αξίζουν όλοι αυτοί οι πολίτες που αποτελούν την πλειοψηφία στον τόπο αλλά αναγκάζονται από τα πράγματα να παραχωρούν την εξουσία στα σχήματα της σύγχρονης Δεξιόστροφης πρότασης.