Μία από τις συνήθεις “καραμέλες” που αναπαράγονται στο δημόσιο λόγο, χωρίς περίσκεψη ή χωρίς σοβαρό αντίλογο, είναι η συλλήβδην καταδίκη της Μεταπολίτευσης. Η ατάκα-σουξέ περί των “40 χρόνων που μας έφεραν ως εδώ”. Χρησιμοποιήθηκε σποραδικά τα τελευταία χρόνια της μεγάλης κρίσης και ήταν από τα επιχειρήματα που έφεραν τη νυν συγκυβέρνηση στην εξουσία. Δεν υπήρξε το κυρίαρχο, μια και πρώτα απ’ όλα “προήλαυναν” οι υποσχέσεις για παροχές: για επαναφορά μισθών και συντάξεων, αφορολόγητου, για κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, για σκίσιμο των Μνημονίων. Όσο όμως ο καιρός περνάει και από όλη αυτή τη ρητορική δεν έχουν απομείνει παρά πικρές αναμνήσεις, όσο οι ίδιοι οι πρώην “σύντροφοι” γεμίζουν τα ΜΜΕ με δηλώσεις περί “συντριπτικής ιδεολογικής και πολιτικής ήττας”, όσο η διαχείριση της πραγματικότητας αποδεικνύει την ανεπάρκεια και τη “γύμνια” παντού, τότε τα παράπλευρα εκείνα επιχειρήματα γίνονται το τελευταίο σωσίβιο.

Τα επιχειρήματα που ανάγονται στο θυμικό, το συναίσθημα των πολιτών που λογικά αισθάνονται οργή και θλίψη για τη χειροτέρευση της ζωής τους. Πλέον, για όσα συμβαίνουν, φταίνε “εκείνοι” και “αυτή η περίοδος” που κυβέρνησαν, τα σαράντα χρόνια της Μεταπολίτευσης. “Εμείς, κυβερνάμε μόλις ένα χρόνο, εσείς κυβερνούσατε 40 και είδαμε πού μας φέρατε”. Μοιάζει αφοπλιστικό το επιχείρημα, όπως άλλωστε κάθε δημαγωγικό μέσο, σε πρώτη ματιά. Και θα όφειλε να προκαλεί απορία ή και οργή, όταν εκστομίζεται ακόμα και από “σεσημασμένα” στελέχη που απλώς άλλαξαν “προβειά”. Το αναπαράγουν μάλιστα και “έγκριτοι” δημοσιογράφοι, που ήκμασαν την περίοδο αυτή, δίχως (;) να υποψιάζονται πως έτσι ρίχνουν νερό στο μύλο του πλέον αδίστακτου και αδηφάγου λαϊκισμού. Και όχι μόνο των σημερινών κυβερνώντων, αλλά και άλλων, πλέον σκοτεινών δυνάμεων που καιροφυλακτούν.

Το γενικό αφήγημα γνωστό: μια περίοδος πελατειακών σχέσεων και διαπλοκής που χρέωσε τον τόπο, πλούτισε ορισμένους και οδήγησε στην καταστροφή. Προφανώς και έχει αλήθεια μέσα της αυτή η ανάγνωση. Είναι όμως πλήρης; Είναι δίκαια και ακριβής; Θα εγγράψουμε τελικά όλη αυτή τη μακρά περίοδο της νεότερης ιστορίας σε μαύρα κατάστιχα, μόνο και μόνο για να δικαιώσουμε τους επίδοξους συνεχιστές της; Ποια ήταν τελικά η Μεταπολίτευση;

Να ξεκινήσω λέγοντας πως δεν έχω κανένα ιδιαίτερο λόγο να υπερασπίζομαι τη συγκεκριμένη περίοδο, πλην της ανάγκης για αντικειμενικότητα. Και αυτό γιατί μόνο έχοντας σταθμίσει το παρελθόν, μπορούμε να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις για το μέλλον. Μένοντας στο πρόσκαιρο συναίσθημα, το χειραγωγήσιμο από τους δημαγωγούς, το μόνο βέβαιο είναι πως θα οδηγηθούμε στην παγίδα. Η δική μου γενιά δεν μετείχε στο όποιο “πάρτι” της περιόδου, ούτε στη νομή κάθε είδους εξουσίας.  Μετείχε όμως στο “προϊόν” της: είχε την τύχη να λάβει μια αξιοπρεπή παιδεία, να βιώνει την πολιτική και κοινωνική (σχετικώς) ηρεμία που εν πολλοίς οφείλονταν και στη συμμετοχή μας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και γενικά να έχει την (ψευδ)αίσθηση πως μόνο μια συνεχής πρόοδος είναι εφικτή. Την ώρα μάλιστα του “θερισμού”, στην πιο παραγωγική μας φάση, χάσαμε τον κόσμο κάτω από τα πόδια μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως χάσαμε το κριτήριό μας. Και δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, παραίτηση υπέρ αυτόκλητων, δήθεν άμεπτων, “σωτήρων”, πολλοί εκ των οποίων βίωσαν την περίοδο ως αυτουργοί πρωταγωνιστές της.  Κριτική λοιπόν, απαραίτητα. Αυστηρή και δίκαιη. Όχι όμως ισοπέδωση, που ευνοεί άλλους σκοπούς.

Τα αρνητικά της περιόδου είναι γνωστά. Έχουν πλέον εμπεδωθεί από όλους, όσο και αν μέχρι “χθες” μόνο λίγοι τα εξέθεταν δημόσια, χαλώντας τη “σούπα” της μακαριότητας και μοιάζοντας έως γραφικοί. Ψήγματα “προφητειών” για το επερχόμενο τέλος, μπορεί κανείς να βρει διάσπαρτα σε όλη την περίοδο. Από την κορυφή της ηγεσίας (Α.Παπανδρέου, ρητορική για το χρέος), έως διάφορους αναλυτές με γνώση οικονομικών. Δεν αρκούσαν όμως να αντιστρέψουν την τάση. Όχι σε μια περίοδο που “έβρεχε χρήμα”. Για τις παθογένειες αυτές έχουν γραφτεί τόμοι. Μόλις εχθές, εδώ, ο κ. Στούπας περιέγραψε άρτια βασικό μέρος της, σχετικά με την αποβιομηχάνιση και την μετατροπή της οικονομίας σε παρασιτική-κρατικοδίαιτη. Δεν χρειάζεται επομένως περαιτέρω ανάλυση.

Μια περίοδος όμως χαρακτηρίζεται από πλήθος διαστάσεων και αναγνώσεων. Και μπορεί να διαιρεθεί σε υποπεριόδους. Γιατί πχ να θεωρήσουμε όλη τη 40ετία ως ενιαία; Και πώς μπορούμε να συνδέσουμε αιτιωδώς κάθε γεγονός της, από το ’74, το 81 ή όποτε με τη χρεοκοπία του ΄09; Και ήταν αυτό όντως το τέλος της; Πού ξέρουμε τι έπεται; Χρεοκοπίες είχαμε ξανά. Χρεοκόπησε το ’32 κι ο Βενιζέλος. Αυτό συνεπάγεται καταδίκη της συνολικής του πολιτικής; Μεταπολίτευση ήταν το 1974, όταν θεμελιώθηκε και πάλι η Δημοκρατία στη χώρα και νομιμοποιήθηκε πχ το ΚΚΕ. Μεταπολίτευση το ‘79-’80 και η είσοδος στην ΕΟΚ των 9 τότε χωρών. Μεταπολίτευση το 1981 όταν ήρθε στο προσκήνιο μια Ελλάδα παραμελημένη, αναθεωρήθηκε το οικογενειακό δίκαιο, αναγνωρίστηκε η εθνική αντίσταση και άρχισε η ροή των κοινοτικών πόρων που άλλαξε τη φυσιογνωμία της χώρας. Η είσοδος στην ΟΝΕ το 2001. Ακόμα και η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, που, όσο κι αν θέλει συζήτηση για το λόγο κόστος/όφελος (αν το όφελος δεν ήταν εκθετικό, αυτό οφείλεται στον κακό σχεδιασμό της μετέπειτα αξιοποίησης), έφερε την Ελλάδα στο διεθνές προσκήνιο. Κι όλα αυτά, σε μια περίοδο χωρίς σύγκριση στη νεότερη πολιτική ιστορία σχετικά με την πολιτική και κοινωνική ομαλότητα.

Προφανώς και υπήρξαν κρίσεις και προβλήματα, αλλά καμία κατάσταση δεν φτιάχνεται στο κενό. Ας αναλογιστούμε ποια ήταν η Ελλάδα πριν το 1974. Αυτά που σήμερα μοιάζουν αυτονόητα (δικαιώματα, ελευθερίες, αγαθά), κατέστησαν τέτοια μόνο επειδή τα πραγμάτωσε η “επάρατη” Μεταπολίτευση. Από όπου και να πιάσουμε την ιστορία θα δούμε ταραχές, εντάσεις, αυθαιρεσίες. Ακόμα και πριν τη θλιβερή 7ετία, η πολιτική ανωμαλία με τις συνεχείς αλλαγές Κυβερνήσεων και την αδυναμία διακυβέρνησης του τόπου, ήταν προφανής.

Η χώρα λοιπόν προόδευσε ριζικά και αναμφισβήτητα. Από το επίπεδο του ΑΕΠ της (ακόμα και μέσα στην πρωτοφανή κρίση και την απώλεια 27% εθν. Εισοδήματος, η χώρα παραμένει στη χορεία των “πλουσίων” διεθνώς), έως το διεθνές της κύρος. Μετέχοντας σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς κύρους, κατόρθωσε να εξασφαλίσει στους πολίτες της όλα τα αγαθά (ναι, όχι ίσως με τη δικαιοσύνη ενός… Σολομώντα και φυσικά εκτός του “μέτρου” του Αριστοτέλη) του εξελισσόμενου κόσμου, ενώ κρατήθηκε μακριά από κατακλυσμικά φαινόμενα που λάμβαναν χώρα στην ίδια τη γειτονιά μας. Πόλεμοι, κοινωνικές εξεγέρσεις και ανακατατάξεις, λοιπές καταστροφές, έμοιαζαν μόνο μια μακρινή τηλεοπτική εικόνα που δεν μας άγγιζε. Ποτέ η επικοινωνία με τον “έξω” κόσμο δεν ήταν πιο άμεση και οικεία. Από τα ταξίδια έως την άμεση ανταλλαγή απόψεων, ο “Έλληνας” κατέστη πολίτης του κόσμου και μετείχε ενεργά στις διεργασίες του. Έλληνες πολίτες ανέλαβαν δυσθεώρητα αξιώματα σε Οργανισμούς του εξωτερικού, δημόσιους και ιδιωτικούς. Ακόμα και στον Αθλητισμό, η χώρα έφτασε σε σημεία αδιανόητα για το παρελθόν (ευρωπαϊκά πρωταθλήματα σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο κ.α).

Ήταν λοιπόν μια “ονειρική” ή ιδεατή περίοδος; Όχι φυσικά και το είπαμε προκαταβολικά. Όχι, όπως καμία άλλη περίοδος, ποτέ. Ακόμα και η… Αθήνα του Περικλή είχε “μύρια όσα” κουσούρια, αντικείμενο διαχρονικής κριτικής με τη σύγχρονη ματιά μας. Δεν έμεινε γι’ αυτά όμως στην ιστορία. Οι παθογένειες της περιόδου, πολλές εκ των οποίων όπως έχει λεχθεί ήταν “απλώς” το κόστος για την αλλαγή βιοτικού επιπέδου των έως τότε “μη προνομιούχων” Ελλήνων, έκδηλες και αυτές αντιμετωπίζουμε. Ίσως ένα αναγκαίο στάδιο για την ωρίμανση του κοινωνικού ιστού, ενός κράτους ακόμα υπό “κατασκευή”.

Αν σε κάτι πρέπει να είμαστε αυστηροί είναι στην μη πλήρη αξιοποίηση των τεράστιων ευκαιριών για αληθή και σε βάθος εκσυγχρονισμό του τόπου. Σε επίπεδο υποδομών και θεσμών. Για τη μη βέλτιστη (δηλ. μακροπρόθεσμη) αξιοποίηση του “ποταμού χρημάτων και τεχνογνωσίας” που έρρευσε προς τη χώρα. Σε μεγάλο βαθμό, για να παραφράσουμε την κινέζικη παροιμία, αν και μας δόθηκε η επιλογή είτε να φάμε το ψάρι, είτε να μάθουμε να ψαρεύουμε, εμείς κυρίως κάναμε το πρώτο.

Όλα τα παραπάνω δεν επιδιώκουν την εξιδανίκευση κανενός. Στοχεύουν μόνο σε μια μεγαλύτερη ισορροπία που θα βοηθήσει την ακριβοδίκαιη κρίση και τις καλύτερες αποφάσεις. Να δούμε στα μάτια δηλαδή τι πρέπει να κάνουμε τώρα. Χωρίς εύκολες δικαιολογίες. Συνεχίζουμε τα καλά, αφού τα δούμε, πετάμε τα επιβλαβή.

Τα του Καίσαρος των Καίσαρι. Ναι υπήρξαν φαύλοι και ήταν πολλοί. Χωρίς επιφύλαξη, στον Καιάδα! Μαζί με αυτούς όμως, δεν θα πετάξουμε και το “μωρό” από τη γέννα. Τα κεκτημένα μιας περιόδου ομαλότητας και προόδου, δεν τα χαρίζουμε σε κανέναν καιροσκόπο δημαγωγό. Σε κανέναν θηρευτή της απογοήτευσης και διαστρεβλωτή της ιστορίας. Το μέλλον δεν θα έρθει δίχως σωστή αποτίμηση λαθών κι επιτευγμάτων του παρελθόντος. Αλλιώς, θα έρθει αλλά ως παρεκτροπή και παραφωνία.

Δημοσιεύθηκε στο Capital.gr