Λίγες ημέρες μετά τις ιστορικές κατά πολλούς αποφάσεις των Βρυξελλών, αφού εκτός από την αντιμετώπιση με ριζικότερο τρόπο του ελληνικού ζητήματος (κυρίως κρίση χρέους) εφοδιάστηκε και η Ευρωζώνη με νέες δυνατότητες για την αντιμετώπιση κρίσεων και πλησίασε ακόμα περισσότερο η «οικονομική διακυβέρνηση», μπορούμε να συζητήσουμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία για ζητήματα που μας απασχολούν και τα οποία έχουν επικυριαρχήσει στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Είναι γεγονός πως τους τελευταίους μήνες και μέσα στο «μάτι του κυκλώνα» της πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνουμε με αιχμή την οικονομία και τις κοινωνικές τις διαστάσεις και επιπτώσεις, οι εξελίξεις διαμορφώνονται –όπως και η συζήτηση γύρω από αυτές- κάτω από ένα παραμορφωτικό φακό, που άλλοτε μεγενθύνει και άλλοτε υποτιμά ή παραγνωρίζει γεγονότα. Ο φακός αυτός, με αφορμή οπωσδήποτε τις πολύ υπαρκτές και άμεσα απτές διαστάσεις της κρίσεις, είναι η γενικότερη «ατμόσφαιρα», το «κλίμα» στην κοινωνία το οποίο για καιρό υπήρξε ιδιαίτερα αρνητικό, έως νοσηρό.

Πέρα από τις εξελίξεις καθαυτές, υπήρξε μία λαίλαπα συζητήσεων και αναλύσεων από πολλούς «δημοσιολογούντες» και πολλές φορές από ανθρώπους αναρμόδιους και χωρίς τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια, ακόμα και από άλλους που συνειδητά επένδυαν στην πτώση και την καταστροφολογία, συζητήσεις που δεν απέφυγαν τον κίνδυνο της διάδοσης ανεύθυνων φημών και δήθεν πληροφοριών, με αποτέλεσμα τη διόγκωση της δυσαρέσκειας της κοινωνίας γύρω από υπαρκτές δυσκολίες αλλά και γύρω από ανύπαρκτα σενάρια, υπαρκτά μόνο στα νοσηρά μυαλά των κατασκευαστών τους. Οι πηγές δε των σεναρίων αυτών, και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθεί και σε δεύτερο επίπεδο να αναλυθεί αρμοδίως, δεν είχαν συγκεκριμένη (μόνο) κομματική-πολιτική προέλευση αλλά διέτρεχαν το σύνολο του πολιτικού φάσματος και σε πολλές περιστάσεις είδαμε με «κοινές πλατφόρμες» ανθρώπους από την άκρα δεξιά έως την άκρα αριστερά. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως αυτό αποτελεί δείγμα του «ομόθυμου» του λαού και απόδειξη της αντικειμενικότητας των αιτημάτων, φοβάμαι όμως πως επρόκειτο για ευκαιριακές συμμαχίες με εντελώς βραχύχρονο ορίζοντα, κάτι που προέκυψε στην πορεία, όταν και διαπιστώθηκε πως κάτω από τα εντελώς γενικευμένα συνθήματα-ομπρέλλα κρύβονταν πραγματικές διαφωνίες ουσίας. Διαφωνίες εκ των πραγμάτων αγεφύρωτες για θέματα που αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής για αιώνες και πάνω στα οποία έχουν χαραχτεί οι θεμελιώδεις «διαχωριστικές γραμμές» που δεν είναι δυνατόν να διαγράψει μία ταύτιση σε μια αντίθεση με μια δανειστική σύμβαση του ελληνικού δημοσίου.

Η νοσηρότητα στην οποία αναφέρομαι δεν έγκειται ούτε στην ένταση και τη σφοδρότητα των όποιων αντιπαραθέσεων, ούτε στη συχνότητά τους, ούτε ακόμα και στις επιπτώσεις τους στην πολιτική. Αφορά περισσότερο στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν, σε αυτό που υπονοούσαν ή υπαινίσσονταν. Στη Δημοκρατία, έννοια που και δοκιμάζεται στις μέρες μας ποικιλότροπα και έννοια που ποτέ δεν πρέπει να πάψει να χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, αποσαφήνισης και εμπλουτισμού μια και η εμπέδωσή της αποτελεί δυναμικό γεγονός και αέναο ζητούμενο, η αντιπαράθεση είναι η κινητήριος δύναμη της οποιασδήποτε προόδου και εξέλιξης, είναι αναγκαία και απαραίτητη. Οφείλει όμως αυτή να κινείται μέσα σε ορισμένα πλαίσια συμφωνημένα από όλους. Οφείλει να σέβεται τους «κανόνες του παιχνιδιού», κοινώς την αρχή της πλειοψηφίας, το σεβασμό των δικαιωμάτων όλων και ιδίως των μειοψηφιών, την αντιπροσωπευτική και άλλες αρχές, το κράτος δικαίου (άλλο διαρκές ζητούμενο) και άλλα παρόμοια. Κυρίως όμως οφείλει να σέβεται το ίδιο το οικοδόμημα της Πολιτείας, τους θεσμούς που αυτή διαχρονικά «θέσμισε» και χωρίς τους οποίους δε συνιστά Πολιτεία ιδιαίτερη και ξεχωριστή αλλά ένα αδιαφοροποίητο και αδιάφορο ετερόκλητο μόρφωμα. Ακόμα οφείλουν οι συμμετέχοντες σε αυτό το «παιχνίδι» της αντιπαράθεσης μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας και μιας κοινωνίας, να έχουν τη συναίσθηση του «ανήκειν» σε ένα σύνολο το οποίο αν και συναπαρτίζεται από διαφορετικά μέλη, παρόλ’ αυτά συνιστά κάτι περισσότερο από μια τυχαίως ευρισκόμενη στον ίδιο χώρο ομάδα ομόγλωσσων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συμμετέχοντες σέβονται ως ίσο και όμοιο με αυτούς στις βασικές του ιδιότητες, τον όποιον συνομιλητή «συμπαίκτη». Μπορεί να διαφωνούν ριζικά με τις θέσεις του, με τις προτάσεις του, τον αναγνωρίζουν όμως θεμελιωδώς ως έναν από το σύνολο.

Έτσι, όσο έντονη κι αν είναι η αντιπαράθεση με αυτές τις θεμελιώδεις παραδοχές, δε φτάνει να εξελίσσεται σε ριζική μάχη δίχως αύριο, μάχη που τραυματίζει τα ίδια τα θεμέλια της Πολιτείας που έχει συγκροτηθεί σε έναν τόπο, την απονομιμοποιεί και την διαλύει κατά ουσιαστικό τρόπο. Αυτό γίνεται όταν η αντιπαράθεση ξεφεύγει πρώτα απ’ όλα από το επίπεδο του ορθολογισμού και του συγκροτημένου λόγου κι επιχειρήματος και υπεισέρχεται στο πεδίο του συναισθηματικού λόγου, του λόγου που στοχεύει με έμμεσο τρόπο στο θυμικό του ακροατηρίου. Είναι ένα είδος που διαχρονικά «προτιμάται» και εξασκείται από τους κάθε είδους δημαγωγούς και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία σε καιρούς κρίσης, προμηνύοντας ιδιαίτερα δυσάρεστες εξελίξεις για το σύνολο.

Ένας λόγος που ίσα που ακουμπάει τα αυθεντικά γεγονότα της συγκυρίας και τα χρησιμοποιεί κατά το δοκούν αποσκοπώντας στον «ερεθισμό» γνωστών αντανακλαστικών μερίδων της κοινωνίας κατά βάση άκρως συντηρητικών. Με υπονοούμενα αλλά και ευθείς ισχυρισμούς διεγείρει τα πάθη και δηλητηριάζει τη δημόσια σφαίρα, συσσωρεύοντας επικίνδυνα συναισθήματα οργής και μίσους που περιμένουν την αφορμή (μπορεί να είναι και αστεία) για να εκτονωθούν, μέσα σε εκδηλώσεις που μας θυμίζουν το κλασσικό έργο της «ψυχολογίας των μαζών», όταν ασύντακτοι «όχλοι» έμπλεοι σε συναισθήματα «δικαιολογημένης/ νομιμοποιημένης» οργής εκδηλώνουν με βίαιο τρόπο τη συσσωρευμένη τους ενέργεια. Απ’ όλο αυτό στο τέλος δεν μένει τίποτα πέρα από ένα τραυματισμένο πολίτευμα, ένα διαρραγείς κοινωνικός ιστός, μερικές δηλητηριασμένες ψυχές και αυτό που πολλοί ξεχνούν, ίσως όχι άδολα, κάποιος ισχυροποιημένος «από μηχανής θεός». Ένας κάποιος «δικτάτωρ», μια «Ύπατη αρχή» ελέω Θεού, που εμφανίστηκε να επαναφέρει την τάξη, για να «μη γίνουν τα πράγματα χειρότερα».

Μια παρόμοια ατμόσφαιρα δημιουργήθηκε στον τόπο μας εσχάτως, με ευθύνη συγκεκριμένων κύκλων κυρίως, με αποτέλεσμα η δημόσια αντιπαράθεση, ξαναλέω απαραίτητη, να πραγματοποιείται σε καθαρά συναισθηματικό επίπεδο και σε επίπεδο προθέσεων! Η Κυβερνητική κυρίως παράταξη και συγκεκριμένα πρόσωπα που της εξέφρασαν, ιδίως αυτό του Πρωθυπουργού της χώρας, δέχθηκαν κριτική πολλές φορές κάτω από τη ζώνη, για θέματα πρόθεσης, συναισθημάτων και δήθεν κρυφών στοχεύσεων!

Το είδος αυτό της αντιπαράθεσης δεν είναι όπως είπαμε πρωτότυπο και σίγουρα όχι καινούριο για την Ελλάδα, τους τελευταίους αιώνες τουλάχιστον! Αλλά είναι δυνατόν στον 21ο συντελεστεί σε όλα τα επίπεδα και με όλη την αδιαμφισβήτητη πρόοδο που έχει υπάρξει σε πολλά πεδία, να συνεχίζουμε στην Ελλάδα να αντιμαχόμαστε με βασικό επιχείρημα το ποιος είναι ή όχι «πατριώτης»; Ποιος έχει αυθεντικά αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης στην Πατρίδα και ποιος είναι δήθεν προδότης ή μειοδότης; Γιατί στην πραγματικότητα αυτή είναι η ουσία της αντιπαράθεσης και της σφοδρότητάς της για πολλούς και πάντως την κρίσιμη μάζα που μπορεί να οδηγήσει τον τόπο σε εκτροπές κάθε είδους. Ισχυρίζομαι πως ανέκαθεν και διαχρονικά τα μεγάλα πάθη στις κοινωνίας, οι αντιπαραθέσεις/συγκρούσεις αλλά και τα μεγάλα αιτήματα και κινήματα, μπορεί να είχαν τη βάση τους σε οικονομικά θέματα, αλλά είχαν πάντα το «ένδυμα» μιας «ανώτερης» ιδεολογικής φόρτισης. Όπως και οι στεγνές οικονομικές επιτυχίες ποτέ δεν έβγαλαν τον κόσμο στους δρόμους να πανηγυρίσει από ενθουσιασμό (πχ η μείωση του πληθωρισμού ή η αύξηση του ΑΕΠ), όπως πχ το κάνουν «εθνικές» επιτυχίες στον αθλητισμό ή μια νίκη στις εκλογές, έτσι και μια αποτυχία στην οικονομία από μόνη της δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοια ένταση. Χρειάζεται μια «ιδεολογική/συναισθηματική επικάλυψη και νομιμοποίηση». Εδώ βέβαια, υπήρχε και ιστορική βάση πάνω στην οποία να στηριχτεί το επιχείρημα αφού οι αποτυχίες και οι αστοχίες ήταν πολυετείς, η γνώση τους όμως σίγουρα δεν προέκυψε σήμερα και το βάρος της ευθύνης όσο και αν επιμερίζεται ανάλογα, δεν πέφτει μονομερώς σε κανέναν! Η ιδεολογική αυτή κάλυψη, από ποικίλες όπως είπαμε μεριές, ήταν αφαιρετικά η ύπαρξη σκοτεινών σχεδίων «ενικής μειοδοσίας», ότι πέρα από περικοπές, σφιχτή οικονομική πολιτική κλπ, ατά όλα έχουν ένα άλλο βάθος και στόχο που κάνει κάποπιο ανείπωτο κακό στο «οινόν των Ελλήνων». Λίγες συζητήσεις επί της ουσίας, για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, για το στόχο, για το διακύβευμα. Για το πού θέλουμε να ανήκουμε, στην ομήγυρη τίνων και στοχεύοντας σε τι; Η σύζήτηση και η οργή στα «λαμόγια», τους «προδότες», στους «κακούς 300» που πρέπει να φύγουν τώρα (αλήθεια ποιος τους έφερε και ποιοι ακριβώς θα τους αντικαταστήσουν με εντολή τίνος;) αλλά και στους μειοδότες Κυβερνώντες, που επίσης σαν να έπεσαν ουρανοκατέβατοι. αιώνα,με όλες τις αλλαγές που έχουν

Είναι φανερό ότι με ένα τετοιο κλίμα δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος και κανένα έργο από οποιαδήποτε Κυβέρνηση. Η διαιώνιση ενός τέτοιου δηλητηριώδους κλίματος διαβρώνει ό,τι έχει απομείνει να συνέχει την κοινωνία και οδηγεί στη διάλυση. Κάποιοι λένε ότι αυτό χρειάζεται και είναι αλήθεια ότι αυτό θα φανεί. Δεν λένε όμως και το κόστος που κάτι τέτοιοι θα έχει και δεν λένε για τη μεταβατική περίοδο που θα περάσουμε και τις επιπτώσεις της που θα είναι ραγδαίες. Είμαστε έτοιμοι για κάτι τόσο ριζικό; Πάλι θα φανεί και θα το δείξει η Ιστορία, καλό είναι όμως να λέμε όλες τις πλευρές της αλήθειας σε ένα επιχείρημα και να μην αποκαλύπτουμε μόνο το μέρος που μας συμφέρει.

Είναι φανερό στον τόπο μας πως υπάρχουν «παίκτες», οι οποίοι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο με παραδοσιακά μέσα. Με τρόπους που είναι πια απλά ανεπαρκείς. Υπάρχουν φορείς, κόμματα, πρόσωπα που πρωταγωνιστούν που απλώς αδυνατούν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα και τη συνθετότητα του διεθνούς συστήματος και της πραγματικότητας και μέσα σε αυτή τους την αδυναμία επιμένουν στα απλουστευτικά σχήματα του παρελθόντος και καταλήγουν σε λανθασμένα και πάντως αποσπασματικά συμπεράσματα. «Τυφλοί οδηγοί», όπως κατακεραύνωσε τους Φαρισαίους κάποτε ο Ιησούς. Ο κόσμος όμως έχει αλλάξει και δεν μπορεί να τους περιμένει. Η Δημοκρατία οφείλει να προστατευτεί και να ακολουθήσει τις εξελίξεις παρέχοντας αυτά που διαχρονικά υπόσχεται στους πολίτες της. Αυτό όμως ποτέ δεν μπορεί να έρχεται άκοπα και όποιος το ισχυρίζεται θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για τους δημαγωγούς που αναφέραμε. Η Δημοκρατία δεν είναι απλό πολίτευμα, ούτε εύκολη υπόθεση. Είναι μια διαρκής άσκηση, τόσο για τους Κυβερνώντες που δεν πρέπει να λησμονούν ότι αποτελούν διαρκές παράδειγμα και αυτοί πρώτοι νομιμοποιούν τους θεσμούς που εκπροσωπούν στη συνείδηση των πολιτών και οι δεύτεροι οφείλουν να ασκούνται στη διάκριση, τη σύνθετη σκέψη, τη δημιουργική συμμετοχή, την έγκριση των «ενάρετων» και την απόρριψη των αποτυχημένων. Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα της προσωπικής ευθύνης (και της συνευθύνης) για αυτό και είναι βαρύ. Δεν υπάρχουν εδώ «αθώοι του αίματος», ούτε αποκλειστικοί υπεύθυνοι. Υπάρχουν καλοί, υπεύθυνοι πολίτες και λιγότερο καλοί/συνειδητοί.

Ισχυρίζομαι τέλος, ότι αυτός ο τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων μας έχει βλάψει πολύ παραδοσιακά (από τους διάφορους διχασμούς του παρελθόντος, όταν ο μισός πληθυσμός αφόριζε το Βενιζέλο αποκαλώντας τον «Βελζεβούλη», ή αργότερα με το διχασμό του Εμφυλίου που χώρισε τη χώρα στα 2 κλπ) και πρέπει πλέον να θεωρηθεί παρωχημένος, ως μη λειτουργικός, ως αναληθής και δόλιος. Το μόνο που καταφέρνει είναι να εκτρέπει τη συζήτηση από την ουσία, να διχάζει και να εμφανίζει ως κερδισμένο κάποιον τρίτο που έρχεται ως «ειρηνοποιός» διαιωνίζοντας κάθε είδους εξαρτήσεις. Η συγκυρία όπως διαμορφώνεται αυτές τις τελευταίες μέρες και με συνεπή δράση από την Κυβέρνηση αλλά και την αντιπολίτευση, εφόσον αποφασίσει να κινηθεί υπεύθυνα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, μπορεί να αλλάξει τα συμφραζόμενα και να μεταβάλλει το γενικότερο πλαίσιο που διεξάγεται η συζήτηση σε ένα πιο υγιές περιβάλλον.

Η σταθερότητα, που τόσο έχουμε ανάγκη, ως κοινωνία και οικονομία, μπορεί να επανέλθει σε μεγάλο βαθμό . Και τότε το πεδίο για αντιπαραθέσεις, για γόνιμο και γονιμοποιό διάλογο θα είναι ανοικτό και λαμπρό!Γιατί αυτές τις συζητήσεις, για το πού πάμε, τι θέλουμε να φτιάξουμε και σε τι κράτος να ζούμε τις έχουμε πραγματικά ανάγκη. Αλλά να είναι αποφάσεις συνειδητές όλων μας, κτήμα και συλλογικό μας παιδί και όχι θολές εικόνες φορτωμένες με μύθους και φαντάσματα κάθε είδους. Η συγκυρία μετά από καιρό δείχνει περισσότερο ευνοϊκή και ανάμεσα σε άλλα μπορεί να οδηγήσει και σε ένα περιβάλλον αρκετά διαφορετικό από αυτό που μέχρι πρόσφατα πολλοί προσέβλεπαν. Αλλά και σε αυτό το σημείο θα εξαρτηθεί από την ετοιμότητα και τις πρωτοβουλίες των «παικτών» και τελικά η Ιστορία θα δείξει.