Στην κοσμογονία των τελευταίων ετών, φαίνεται υπάρχουν ακόμα εκπλήξεις και επεισόδια που δεν έχουμε δει. Όσο κι αν πολλά είχαν ήδη δρομολογηθεί από τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο δεν ήταν αναπότρεπτα. Μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, όχι μόνο στο τέλος του 2014 όταν αυτό κατέστη ορατό και το είχε αντιληφθεί και η ίδια η αγορά, αλλά και νωρίτερα. Αν όλοι είχαν συστρατευθεί στην εθνική προσπάθεια και δεν έπαιζε ο καθένας το δικό του “σκοπό”, κερδοσκοπώντας (νόμιζε) πολιτικά, αλλά στην ουσία υπονομεύοντας τον εαυτό του και τους υπολοίπους. Ιδίως όμως στην τελευταία διετία, με τις καταστροφικές επιλογές, την αναποφασιστικότητα και την έλλειψη διοικητικής επάρκειας της παρούσας Κυβέρνησης, τα γεγονότα λαμβάνουν μία επιταχυνόμενη φορά και μας οδηγούν σε άγνωστα “μέρη”.

Πέραν των όποιων προβλέψεων για την οικονομία -γι’ αυτά άλλωστε η πραγματικότητα και η αίσθηση του μέσου πολίτη και συναλλασσόμενου αποτελεί διαχρονικά τον πλέον αδιάψευστο μάρτυρα- οφείλουμε να παραδεχτούμε πως οι εξελίξεις μας οδηγούν σε μία Ελλάδα, εξωτερικά εντελώς διαφορετική από τη χώρα που γνωρίζαμε. Και αυτό δεν αφορά (παρά μόνο σε λίγες πτυχές, που εντοπίζονται σε αλλαγές που έγιναν στο θεσμικό οικοδόμημα, συνήθως όχι με προθυμία) τις αλλαγές που θα θέλαμε να δούμε στη χώρα μας, όλα όσα δηλαδή θαυμάζουμε στο εξωτερικό ως τουρίστες και τα οποία αδυνατούμε να απολαύσουμε μόλις επιστρέψουμε στην πατρίδα, από το λειτουργικό δημόσιο έως την ευρύτερη τάξη αλλά και δημόσια αισθητική (στην αρχιτεκτονική, το περιβάλλον), αλλά επηρεάζουν όλα όσα γνωρίζαμε ως διαχρονικές σταθερές. Κρίσεις ξαναπέρασε η χώρα και μάλιστα μεγάλες. Όμως σε αυτές κλονίζονταν κυρίως περιφερειακοί παίκτες του συστήματος και όχι τα θεμέλια ή τα “σύμβολά” του. Αυτά που έδιναν τον “τόνο. Τις μέρες αυτές και παρά τις εξαγγελίες της Κυβέρνησης ότι τα θετικά είναι μπροστά μας, βιώνουμε πρωτοφανή γεγονότα.

Παραδοσιακοί κολοσσοί για τα δικά μας δεδομένα παραδίνονται στη νομοτέλεια της αδυναμίας να ανταποκριθούν στο μη βιώσιμο περιβάλλον όπως έχει διαμορφωθεί και σταματούν τη λειτουργία τους μετά από δεκαετίες. Πρόσφατα είδαμε τα προβλήματα μιας από τις παραδοσιακές αλυσίδες “σούπερ μάρκετ”, του “Μαρινόπουλου” που παλεύει να μείνει στην αγορά. Είδαμε την αυτοκτονία ενός από τους παραδοσιακά ισχυρούς Έλληνες επιχειρηματίες λόγω των κραδασμών στην επιχείρηση που έκτισε με ιδρώτα, καθώς και λουκέτα σε σειρά άλλων γνωστών επιχειρήσεων σε σειρά τομέων. Και αυτές τις μέρες, μετά από την αναστολή εκπομπής προγράμματος στον πρώτο σε τηλεθέαση σταθμό της χώρας, το MEGA, παρακολουθούμε τις τεράστιες δυσκολίες που έχει να σταθούν όρθιοι μερικοί από τους πιο εμβληματικούς ομίλους ενημέρωσης της χώρας. Ο ΔΟΛ, του “Βήματος”, των “Νέων” και διαδικτυακών τόπων και ο “ΠΗΓΑΣΟΣ” του “Έθνους” κ.α. Η μη κυκλοφορία των “Νέων” χθες, προκάλεσε μέχρι και αναφορές στο διεθνή Τύπο, αφού πράγματι η συγκεκριμένη εφημερίδα κυκλοφορούσε αδιάλειπτα στην Ελλάδα, με σημαίνοντα λόγο, από το 1922.

Δεν ήταν φυσικά τα πρώτα θύματα από το χώρο. Είχαν προηγηθεί και άλλες “ναυαρχίδες” (πχ “Ελευθεροτυπία”), ως προπομποί μιας κρίσης του χώρου που είχε δώσει σήμα από νωρίς αλλά ίσως δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη. Και δεν θα σταθώ εδώ στην παρα-πολιτική συζήτηση σχετικά με το ρόλο του κάθε μέσου στη δημοκρατία μας και τη χαιρεκακία με την οποία ακόμα και υποτίθεται υπεύθυνοι πολιτειακά άνθρωποι, αντιμετώπισαν την είδηση του πιθανού κλεισίματος ενός ομίλου, που εκτός των άλλων θα οδηγήσει στην ανεργία κάποιες ακόμη χιλιάδες ανθρώπους. Η παρουσία πληθώρας μέσων ενημέρωσης, πόσο μάλλον καθιερωμένων μέσα από δεκαετίες προσφοράς και δημοσιογραφικών επιτυχιών στη συνείδηση συνολικά των αναγνωστών, αλλά και των ανηκόντων σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη Δημοκρατία και όχι πολυτέλεια ή γεγονός περιφερειακής σημασίας. Κάθε φορά που ένα Μέσο κλείνει, ο συνειδητός πολίτης, ο θιασώτης και διάκονος της Δημοκρατίας, δικαιούται να ανησυχεί. Η πληθωρική και διαφοροποιημένη ενημέρωση αποτελεί εγγύηση και θωράκιση του δημοκρατικού συστήματος.

Από εκεί και μετά φυσικά, σε μια Δημοκρατία υπάρχουν κανόνες, γραπτοί και άγραφοι, τους οποίους τα Μέσα αλλά και οι πολίτες ακολουθούν και με βάση αυτούς κρίνονται. Από τη δημοσιογραφική δεοντολογία και το καθήκον ενημέρωσης και αληθείας, ως την επιβαλλόμενη κριτική για την αντικειμενικότητα στη μετάδοση της είδησης και την ποιότητα στους επιλεγόμενους τρόπους. Μια ενδεχόμενη αρνητική άποψη μερίδας πολιτών, που αφορά ακριβώς την κρίση τους σχετικά με τις υποχρεώσεις ή το ύφος ενός μέσου, δεν πρέπει να τους οδηγεί σε λανθασμένα και βιαστικά συμπεράσματα. Κι όσο και αν έκλεισαν στο παρελθόν έντυπα μικρότερου εκτοπίσματος, κανείς ίσως δεν θα σκεφτόταν, λίγα χρόνια πριν, πως η παρούσα λαίλαπα μπορούσε να αφορά μεγέθη όπως αυτά. Ποιος αλήθεια μπορεί πλέον να αισθάνεται ασφαλής;
Η αντιμετώπιση αυτής της υπαρξιακού μεγέθους κρίσης στα μέσα ενημέρωσης που συνδιαμόρφωσαν πλήθος εξελίξεων του 20ού αιώνα, είναι μία μόνο από τις ενδείξεις της αλλαγής των…”σταθερών” σε σειρά τομέων. Ας δούμε για παράδειγμα ορισμένα άλλα θεωρούμενα ως “άπαρτα κάστρα”. Όλοι ίσως θυμούνται τον καιρό της “επενδυτικής φρενίτιδας”. Τότε, στη λογική της “διασποράς του κινδύνου”, επένδυαν πολλοί σε πλήθος μετοχών, αλλά φυλούσαν τμήμα του κεφαλαίου τους, ως βάση, για τις τράπεζες. Όλοι έλεγαν “οι Τράπεζες δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Πάρε μετοχές της Χ τράπεζας, αν και αυτή έχει πρόβλημα, σημαίνει ότι θα καταρρεύσει η χώρα. Και αυτό δεν θα συμβεί”. Πού να ξέραμε! Πράγματι και η χώρα έφτασε στο σημείο της κατάρρευσης και οι Χ Τράπεζες έφτασαν να διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο τις μετοχές τους σε τιμές…πασατέμπου. Ακόμα ένα οχυρό, που χάριν στις “διαπραγματευτικές αρετές” προσώπων, έπεσε. Και εδώ δεν είναι μόνο η τιμή που κατέρρευσε. Ιδίως χάρη στην τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, για πρώτη φορά χάθηκε εντελώς ο έλεγχος στις Διοικήσεις των Τραπεζών, σε αδιαφανείς διαδρόμους, ενώ και η μετοχική τους σύνθεση έγινε γρίφος για δυνατούς λύτες.

Στις διαχρονικές κρίσεις, μια παραδοσιακή σταθερά ήταν η επένδυση στα ακίνητα. Μια αξία σχεδόν “πατροπαράδοτη” στους Έλληνες, έλεγε “επένδυσε στη γη και δε θα χάσεις”. Και πράγματι η γη σταθερά παρουσίαζε αυξανόμενες αποδόσεις αλλά αποτελούσε και πηγή ασφάλειας για το μέσο πολίτη. Γι’ αυτή και η Ελλάδα έφτασε να έχει από τους υψηλότερους δείκτες ιδιοκατοίκησης διεθνώς. Τώρα, με την υπερφορολόγηση και τα λοιπά βάρη, όλοι γνωρίζουν πόσο έχει πληγεί και αυτή η σταθερά. Η πλέον αξιόπιστη επένδυση στη χώρα, έχει καταντήσει αχρείαστο βάρος και οι αποποιήσεις κληρονομιών στα δικαστήρια ξεπερνούν διαδοχικά ρεκόρ.

Τα μηνύματα πως το καράβι δεν πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση πληθαίνουν. Και ναι, δεν ξεκίνησαν τώρα αυτά. Απλά, τώρα γίνονται τόσο εκκωφαντικά που κανείς δε δικαιούται να πει πως δεν άκουσε. Μέχρι και ο… Αρχιεπίσκοπος στη Βουλή, έκρουσε τον κώδωνα, λέγοντας πως αν βουλιάξουμε, θα πάμε κάτω όλοι μαζί, όχι μόνο κάποιοι. Στην κρίση, δοκιμάσαμε πολλούς τρόπους. Και δεν έχουμε ακόμα βγει. Αντίθετα, βλέπουμε τη χώρα να καταρρέει και να μην ξέρουμε τι θα γεννηθεί στη θέση όσων υπήρχαν. Τα δε μηνύματα ως προς αυτό δεν είναι θετικά.

Το μόνο που δε δοκιμάσαμε και είναι αυτό που πολλοί φωνάζουμε εδώ και χρόνια, αυτό που όλοι οι άλλοι έκαναν, η εθνική συνευθύνη. Η από κοινού ανάληψη των ευθυνών, με χρονικό ορίζοντα, με προτεραιότητες, αλήθεια και συνέπεια, έτσι ώστε να χτίσουμε ξανά τη χώρα. Κάθε καθυστέρηση προς αυτό το σκοπό, επιδεινώνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Παραισθήσεις και φαντασιώσεις του παρελθόντος, σχεδιασμοί της “φατρίας” και πεποιθήσεις “αυτοί δεν μπόρεσαν, τώρα θα ‘ρθουμε εμείς κι όλα θ’ αλλάξουν”, μπορεί να αποβούν μοιραίοι. Η χώρα δεν θα μείνει ίδια κι αυτό φαίνεται παντού. Για να εστιάσουμε στις αλλαγές που εμείς θέλουμε, για να διαφυλάξουμε όσα με κόπο κατακτήσαμε από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και να δώσουμε και πάλι ελπίδα στη νέα γενιά που μαζικά εγκαταλείπει τον τόπο της, οφείλουμε να ακούσουμε τα μηνύματα και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Ο χρόνος δεν είναι άπειρος.

Δημοσιεύτηκε στο:

Capital.gr